Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουλ 2013

Περιμένοντας τον καυτό ερωτικό Αύγουστο!...


Ερωτιάρικα παιχνίδια
φιλιά και φιλιά
στήθια κοριτσιών γυναικών
κρίνα και ρόδα

η μνήμη μου νοιώθει ένα χάδι
λούζω τα μάτια
αφήνω τα χέρια
στο πιο καθαρό νερό

ανεβαίνω σ' ενα γαλάζιο βουνό
(μια θάλασσα κοιτάζω
που με προσέχει)
φτάνω στην κορυφή
ανέλπιστο ουρανό
και αντικρίζω τα σύννεφα

κι ανάμεσα στα σύννεφα
τα χρόνια μου ακέραια

Γιώργος Σαραντάρης: περίπατος στο παρόν (1934). Από την ποιητική συλλογή: Ουράνια.





20 Μαΐ 2013

Ο αετός είν' αετός!...


Ο αετός είν' αετός
πάντα ψηλά πετάει
μπορεί να κλαίει να πονά
μα δε παρακαλάει...

Αφιερωμένο στις πληγωμένες μα και περήφανες ψυχές...



και σε όλη την Κρήτη...


19 Φεβ 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ανήκε σε σπάνιο είδος ομορφιάς πνεύματος και πολιτισμού...

Ναι, είναι αλήθεια. Άνθρωποι με τέτοιο πνεύμα, με τέτοιο ήθος, με τέτοια στάση απέναντι στον πολιτισμό γεννιούνται σπάνια. Ως τον Φεβρουάριο του 1985, στις 16, που έφυγε απροσδόκητα στα 58 του χρόνια, μετά μια «εγχείρηση ρουτίνας» για προστάτη, ο Γιώργος Ιωάννου είχε αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο ουσιαστικούς και ενδιαφέροντες σύγχρονους Ελληνες συγγραφείς, αν όχι ο πιο ενδιαφέρων από τους ζώντες, αλλά και ως μια από τις ερεθιστικές εκείνες προσωπικότητες που ο λόγος και η δημόσια παρουσία τους, η «παρέμβασή» τους στα κοινά, προσελκύει εξίσου ευρύτερο κοινό και «σοφιστές». Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε στο γένος εκείνο που ήδη τότε άρχιζε να σπανίζει, αν και δεν είχαν φύγει ακόμα ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Κουν, ο Ανδρόνικος, ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Κακριδής...

Χρονολόγιο:

1927, 20 Νοεμβρίου: Γεννιέται ο πεζογράφος, ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος Γιώργος Ιωάννου (αρχικά Σορολόπης) στη Θεσσαλονίκη, που αγάπησε όσο τίποτα στη ζωή του. Οι γονείς του πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Νεώτερα αδέλφια: Δήμητρα, Χριστόδουλος (Λάκης) και Θεοδωράκης. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στη Θεσσαλονίκη.

Σχολ. Eτος 1937-38: Εισάγεται στο οκτατάξιο Γυμνάσιο.

1940: Μόλις μπαίνει στην εφηβεία ξεσπάει ο πόλεμος που αναστατώνει τα πάντα κι αλλάζει τη ζωή του μικρού Γιώργου.

Νοέμβριος 1940 - Μάρτιος 1941: Με τα αδέλφια του και τη γιαγιά του καταφεύγουν στα Πετροκέρασα Χαλκιδικής για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Κατόπιν μένουν για λίγους μήνες στην Αθήνα.

Ο συγγραφέας σε ηλικία 4 ετών, το 1931. Πατώντας σε ένα κύκλο.

1943, Νοέμβριος: Σε ηλικία 16 ετών αρχίζει να γράφει ημερολόγιο. Αποτυπώνει τη μαυρίλα της εποχής. Η πείνα, οι εξευτελισμοί, οι εκτελέσεις και, κυρίως, το ξεκλήρισμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης θα αφήσουν στην ψυχή του ανεξίτηλα ίχνη και μια πικρή γεύση. Πολύ συχνά στα λόγια του και στα κείμενά του έρχονται και ξαναέρχονται οι εφιαλτικές εικόνες εκείνης της περιόδου. Η τραγωδία των Εβραίων τον συνταράσσει.

Από το 1943 η οικογένεια ζει στο σπίτι της οδού Ιουστινιανού 14 (Πλατεία Δικαστηρίων) που κατεδαφίστηκε μετά τους σεισμούς του 1978. Με τα κατοχικά συσσίτια εντάσσεται στον κόσμο των κατηχητικών σχολείων.

1944, Κυριακή 26 Μαρτίου: Αίτηση εγγραφής στη Χριστιανική Οργάνωση «Αδελφοσύνη». Απότομα σταματάει να γράφει ημερολόγιο.

1946: Γεννιέται ο αδελφός του Θεοδωράκης.

1946/1947: Τελειώνει το 3ο Γυμνάσιο Αρρένων. Εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκείνη την περίοδο «ανακαλύπτει» τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Eλιοτ. Το περιοδικό που τον εισάγει στη Λογοτεχνία είναι η Αγγλοελληνική Επιθεώρηση.

1948: Αποχωρεί από τη Χριστιανική Kίνηση.

1950: Αποφοιτά από το Ιστορικό - Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής.

1951, Ιανουάριος: Υπηρετεί τη θητεία του ως δεκανέας του πυροβολικού.

1953, Καλοκαίρι: Απολύεται.

1953/1954: Διδάσκει για λίγο καιρό ως φιλόλογος στο Ιδιωτικό Σχολείο του Γ. Ψιχούλα στο Γιδά (Αλεξάνδρεια) Ημαθίας.

1954, Μάρτιος: Καταθέτει το όνομά του στην «τράπεζα του πνεύματος». Τυπώνει το πρώτο βιβλίο του «Ηλιοτρόπια» με 11 ολιγόστιχα ποιήματα.

1954: Συνδέεται φιλικά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Γνωρίζεται με τους Γ. Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Π. Σπανδωνίδη, Ζωή Καρέλλη, Ν. Πεντζίκη, Γ. Κιτσόπουλο, Γ. Βαφόπουλο. Στην Αθήνα γνωρίζεται με τους Νίκο Καρούζο, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Μίλτο Σαχτούρη, Νίκο Φωκά, Τάκη Σινόπουλο, Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Χριστοδούλου.

1954, 20 Αυγούστου: Ορκίζεται ως βοηθός στην τακτική έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.

1955, 15 Φεβρουαρίου: Αλλάζει το επώνυμό του σε Ιωάννου με την υπ' αριθμ. 2823/15-2-1955 απόφαση του Υπουργού Γενικού Διοικητού Βορείου Ελλάδος. «Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου «Ιωάννης» κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω». (Φυλλάδιο 5-6, Θύσανοι σελ. 71).

1955, 15 Σεπτεμβρίου: Νιώθει να τον καταπιέζει η προοπτική μιας ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας και παραιτείται από το Πανεπιστήμιο. Στη συνέχεια διδάσκει στο Κολλέγιο Αθηνών (Ψυχικό) για έναν περίπου χρόνο. Κατόπιν επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. «Δεν μπορούσα να υποφέρω τη μουχλιασμένη ζωή ενός βοηθού. Oτι ετόλμησα να φύγω ήταν σταθμός στη ζωή μου». («Iχνευτής», Μάρτιος 1985, τ.1, σελ. 7).

1957, Σεπτέμβριος: Διδάσκει σε επαρχιακό ιδιωτικό σχολείο στα Τρίκαλα.

Σχολ. Eτος 1958-59: Διδάσκει σε σχολείο στη Λάρισα. Συμμετέχει με το συνθετικό ποίημα «Η συμφωνία των Λύκων» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης. Του απονέμεται βραβείο.

1958: Εκδίδεται το λογοτεχνικό περιοδικό «Διαγώνιος». Ο Ιωάννου θα παραμείνει τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1965.

1959, Φθινόπωρο: Επιστρέφει στην Αθήνα. Διδάσκει πάλι σε ιδιωτικό γυμνάσιο.

1960, Σεπτέμβριος: Διορίζεται στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Τοποθετείται ως φιλόλογος στο Καστρί Κυνουρίας, ένα ειδυλλιακό χωριό της ορεινής Πελοποννήσου.

1961, Σεπτέμβριος: Αρχίζει να γράφει τα πρώτα του πεζά: «Οι κότες», «Τα λαϊκά σινεμά», «Ο φόβος του ύψους».

1961, 10 Νοεμβρίου: Σαλπάρει για τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου φτάνει ως αποσπασμένος καθηγητής. Εκεί ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο.

1962, 26 Μαΐου: Πεθαίνει ο πατέρας του Ιωάννης.

1963: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» η δεύτερη ποιητική του συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Λήγει η απόσπασή του στη Λιβύη. Επιστρέφει στην Κυνουρία. Μαζί με μαθητές συλλέγει δημοτικά τραγούδια της περιοχής και τα κυκλοφορεί σε μικρό, πολυγραφημένο τεύχος με τον τίτλο «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας».

1964, 25 Αυγούστου: Πεθαίνει ο μικρότερος αδελφός του Θεοδωράκης σε ηλικία 18 ετών. Πονάει: «Eνα προικισμένο παιδί που είχε ζωγραφικό ταλέντο. Hτανε πιθανώς το πιο αξιόλογο μέλος της οικογένειάς μας αυτό». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 5).

1964: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» το πρώτο βιβλίο του με πεζά «Για ένα φιλότιμο». Εξομολογείται: «Συχνά σηκωνόσουν μες στα άγρια μεσάνυχτα, όχι μόνο για να σημειώσεις κάτι, αλλά και για να ξαναδιαβάσεις εκείνο ή το άλλο σημείο, να δεις πώς ακούγεται, πώς σου φαίνεται σχεδόν μέσα στον ύπνο, μέσα στον ύπνο και στον ξύπνο, μέσα στην απόλυτη σιγή, καθώς το πρόφερες. Και τα έκαμνες αυτά, γιατί πιστεύεις πως την ουσία των πραγμάτων - και τα κείμενα πράγματα είναι - δεν την αγγίζουμε μόνο σε κατάσταση νηφαλιότητας, αλλά και ύπνου και μισοΰπνου και μεθυσιού και πόνου και πόθου». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 229). Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Κασσάνδρας Χαλκιδικής.

1965: Δημοσιεύονται στο περιοδικό «Διαγώνιος» τα «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», επιλογή από την έκδοση του 1963. Κυκλοφορούν και σε ανάτυπο. Γνωρίζεται με τους Στρατή Τσίρκα, Στρατή Δούκα, Γιώργο και Λένα Σαββίδη. Διακόπτει τις φιλικές του σχέσεις με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Αποχωρεί από τη Διαγώνιο.

1966: Πιστεύει πάντα πως «η νεοελληνική ψυχή διψάει για την παράδοση». Εκδίδει στην Αθήνα τη συλλογή «Τα δημοτικά μας τραγούδια». Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Η δυνατή αγάπη του για τη λαϊκή παράδοση συνεχίζεται με την έκδοση της συλλογής «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού».

1967: Δημοσιεύει στον Ταχυδρόμο (18/3/67) τη μετάφραση της Ιφιγένειας εν Ταύροις του Ευριπίδη. Επισημαίνει: «Με τη δικτατορία σταματήσατε οι πιο πολλοί συγγραφείς να εκδίδετε βιβλία, επειδή είχατε χάσει τη διάθεσή σας, αλλά και δεν θέλατε να τα προσκομίσετε στη λογοκρισία για έγκριση». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 236).

1969: Κυκλοφορεί σε βιβλίο η μετάφρασή του της τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις». Ομολογεί: «Εγώ δεν έγινα φιλόλογος, γιατί εκεί επέτυχα. Αλλά από πολλή αγάπη προς τους Αρχαίους Eλληνες συγγραφείς, γενικά προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και με την πάροδο του χρόνου και με τις σπουδές, τους αγάπησα ακόμη περισσότερο». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 11).

1969, 21 Φεβρουαρίου: Σε εκδήλωση στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, συναντάει τον ποιητή της θάλασσας Νίκο Καββαδία, τους Μάριο Χάκκα, Γιάννη Δάλλα, Μένη Κουμανταρέα, Στρατή Τσίρκα, Τάκη Σινόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Στέλλα Μαραγκουδάκη, Αλέξανδρο Αργυρίου.

Οι γονείς του, πρόσφυγες και οι δύο από την Ανατολική Θράκη. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη, από την Κεσσάνη, και ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, μετέπειτα Ιωάννου, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας.

1970: Εκδίδει τη συλλογή «Παραλογές», ένα ακόμα βιβλίο με λαογραφικό υλικό.

1971, Σεπτέμβριος: Μετατίθεται στην Αθήνα. Μένει στο σπίτι της Αρλέτας, Δεληγιάννη 3, Εξάρχεια ή Μουσείο. Hταν το πνευματικό του εργαστήρι. Αποκαλύπτει: «Εγώ θέλω να ζω στο επίκεντρο των μεγαλουπόλεων, και κατά προτίμηση της Αθήνας, γιατί εκεί μπορώ να είμαι πραγματικά μόνος και να μην κουρελιάζομαι από τη μοναξιά». (Φυλλάδιο 3-4, Eνας τωρινός λογοτέχνης στο κλεινόν άστυ, σελ. 43). Εργάζεται σε Γυμνάσιο και έπειτα στο υπουργείο Παιδείας. Κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Σαρκοφάγος».

Αρχίζει να τυπώνεται «ο Καραγκιόζης», μια τρίτομη συλλογή έργων του ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Η έκδοση ολοκληρώνεται το 1972. Γράφει: «Κουράστηκες πολύ με τον καραγκιόζη. Κάθισες και αντέγραψες με το χέρι όλα τα κείμενα - εκατοντάδες σελίδες. Η μανία σου να φτιάχνεις με το χέρι τα κείμενά σου για να τα βλέπεις ταχτοποιημένα. Η γραφομηχανή δεν σου επιτρέπει να ζωγραφίσεις τη λέξη, να μετάσχεις και με τις κινήσεις σου στην ανάκλησή της». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν σελ. 242-243).

1973: Εκδίδεται η συλλογή «Παραμύθια του λαού μας». Κυκλοφορεί με τον τίτλο «Τα χίλια δέντρα και κάποια άλλα ποιήματα, 1954-1963», συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του.

1974, Aνοιξη: Κυκλοφορεί «Η μόνη κληρονομιά», βιβλίο με διηγήματα. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Δοκιμασία» το κείμενο «Μια μικρή επέτειος» για την 20χρονη παρουσία του στα γράμματα. Μετά τη μεταπολίτευση είναι βασικό μέλος της επιτροπής του υπουργείου Παιδείας που ετοιμάζει το «Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου» και ο εισηγητής των περισσότερων νέων κειμένων που μπήκαν το 1975 στα νεοελληνικά αναγνώσματα της Μέσης Εκπαίδευσης.

1976: Εκδίδεται από το υπουργείο Παιδείας έως το 1981, υπό τη διεύθυνση του φιλολόγου Κ. Ν. Παπανικολάου, το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά». Ο Ιωάννου είναι ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του και υπεύθυνος της στήλης «το ταχυδρομείο μας» με τους μαθητές, σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του. Εκδίδει συγκεντρωμένα τα πεζογραφήματά του σε έναν τόμο με τίτλο: «Πεζογραφήματα» από τις εκδόσεις Ερμής.

1977: Αντιδρά έντονα με δημοσιεύματα για το περιεχόμενο διάλεξης του καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη.

1978: Τυπώνεται «Το δικό μας αίμα», συλλογή πεζογραφημάτων για τη Θεσσαλονίκη που είχαν πρωτοδημοσιευθεί στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Αρχίζει να εκδίδεται το Φυλλάδιο (1, 2), περιοδικό πνευματικής ζωής. Το γράφει ολόκληρο μόνος του. Στο Φυλλάδιο περιέχονται πολυάριθμα μαχητικά και δηκτικά σχόλια που τα ονομάζει «Θυσάνους». Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Πρωϊνή».

1979: Του απονέμεται το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος για «Το δικό μας αίμα». Εκδίδεται το Φυλλάδιο 3-4. Προάγεται σε γυμνασιάρχη και μετατίθεται στο Καρλόβασι Σάμου όπου πηγαίνει για λίγους μήνες. Παραμένει τελικά, ως αποσπασμένος, στο υπουργείο Παιδείας.

1980: Εκδίδει τη μετάφραση Στράτωνος Μούσα Παιδική, με ποιήματα του Στράτωνος από την «Παλατινή Ανθολογία». Πιστεύει: «Πρώτα απόλυτη κατανόηση και ύστερα, με τρέμουσα χείρα, απόδοση με πιστότητα -ναι, με πιστότητα!- του νοήματος. Αυτό που λεν πως η πιστή μετάφραση είναι κακή μετάφραση, αποτελεί μύθο, για τα κλασικά τουλάχιστον. Η μηχανική κατά λέξη απόδοση ασφαλώς δίνει κάκιστο αποτέλεσμα, αλλά η πιστή με αντίστοιχες σημερινές εκφράσεις απόδοση έχει λαμπρό αποτέλεσμα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 237). Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορούν δύο ακόμα βιβλία του. Το πεζογράφημα «Ομόνοια 1980» και η συλλογή διηγημάτων «Επιτάφιος Θρήνος».

1980, 22 Σεπτεμβρίου: Τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο στην πλατεία Εξαρχείων. Νοσηλεύεται στο ΚΑΤ επί 4 περίπου μήνες.

1981: Δημοσιεύει τη συλλογή πεζών «Κοιτάσματα», χρονογραφήματα πρωτοδημοσιευμένα στην εφημερίδα «Πρωϊνή Ελευθεροτυπία» υπό τη διεύθυνση του Κώστα Νίτσου. Εκδίδει το πεζογράφημα «Τα πολλαπλά κατάγματα», χρονικό της νοσηλείας του στο ΚΑΤ. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Εκηβόλος» (αρ. τεύχους 8-9) τη μετάφρασή του της Γερμανίας του Τάκιτου και στο περιοδικό «Θέατρο» (τ. ΙΑ' αρ. 67/68, σελ. 59-61) το θεατρικό του μονόλογο «Η μεγάλη Aρκτος».

Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» από 10 Ιουνίου έως 19 Δεκεμβρίου 1981. Του αρέσει να αρθρογραφεί. «Αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που αρμόζει σε άνθρωπο πνευματικό και αγωνιώντα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 275). Κυκλοφορεί το θεατρικό του «Το αυγό της Κότας» (α΄ έκδοση).

1982: Εκδίδει τρία βιβλία: «Εφήβων και μη», μια συλλογή άρθρων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά», τη συλλογή «Εύφλεκτη Χώρα» με κείμενά του δημοσιευμένα κατά καιρούς στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Τέλος την «Καταπακτή» με πεζά κείμενα. Επίσης εκδίδεται το Φυλλάδιο 5-6. Τον ίδιο χρόνο στίχοι του Γιώργου Ιωάννου γίνονται 11 τραγούδια στο δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη.

1983: Ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του «Οι τσιρίδες», «Τα κεφάλια», «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας», «ομίχλη» στην κασέτα «Γιώργος Ιωάννου, διηγήματα». Παραγωγή, μουσική επιμέλεια: Ρηνιώ Παπανικόλα.

1984: Επιμελείται φιλολογικώς το βιβλίο «Αλεξάνδρεια 1916 - Ημερολόγιο Φίλιππου Στεφ. Δραγούμη». Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Η πρωτεύουσα των προσφύγων». Πηγαίνει στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Λέει: «Πρέπει να γίνω καλά, για να δουλεύω νύχτα-μέρα. Θέλω ακόμα μια εικοσαετία ασταμάτητης δουλειάς».

1985, 6 Φεβρουαρίου: Εισάγεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο για απλή εγχείρηση προστάτη. Δεν αποτρέπεται δυστυχώς το μοιραίο. Πεθαίνει στις 16 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 58 ετών.

1985, 18 Φεβρουαρίου: Κηδεύεται στη Θεσσαλονίκη, από τον ναό της Αγίας Σοφίας. Η ταφή του έγινε στο νεκροταφείο της Αναστάσεως.

Η Θεσσαλονίκη χιονισμένη δέχθηκε στην αγκαλιά της το συγγραφέα με την έντονη κοινωνική συνείδηση, Γιώργο Ιωάννου.

Εξομολογείται: «Νιώθεις ευτυχισμένος που μίλησες, όπως μίλησες. Το γράψιμο για σένα είναι πηγή βαθιάς ευτυχίας». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 277). Συχνά αναφωνεί: «Γιατί, Θεέ μου, να μη ζούμε πεντακόσια χρόνια;». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 247).

1985, Δεκέμβριος: Ο Ιωάννου δεν σιωπά. Εκδίδονται: «Ο της φύσεως έρως» (Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης) και το Φυλλάδιο 7-8 σε επιμέλεια του φιλολόγου Κώστα Καφαντάρη.

1986, Απρίλιος: Εκδίδεται το βιβλίο «Ο Πίκος και η Πίκα», παιδικό παραμύθι.

2000: Εκδίδεται «Το κατοχικό ημερολόγιο χωρίς περικοπές» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή - σχόλια - επίμετρο Αντιγόνης Βλαβιανού. Επίσης: «Τα δέκα ανέκδοτα γράμματα στον Χρήστο Σαμουηλίδη 1949-1951» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή - σχόλια Αντιγόνης Βλαβιανού.
πληροφορίες:από την Καθημερινή

24 Μαΐ 2009

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ, ένας ανδρείος ποιητής του χτες για το σήμερα...


Ποίηση ρωμαλέα που έχει σαν αφετηρία τους προγόνους των τόπων των Ελλήνων. Οδηγητές της η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Στίχοι από τους οποίους ξεπηδούν ο Έκτορας και ο Οδυσσέας με την καθημερινή περιβολή του σήμερα. Βαθύς και δυσκολοεξερεύνητος ο στοχασμός του εδώ δημιουργού. Θιασώτης του πολυτονικού, άλλοτε με περισσό συναίσθημα και άλλοτε με απέριττο κυνισμό, ξεδιπλώνει στο χαρτί έναν πρωτόγονο ορμητικό λυρισμό. Σεμνός προσκυνητής του κλέους του χθες, υπερήφανος αντάρτης της κατ' επίφασιν ζωής του σήμερα.
Αυτοδίδακτος, λιτός θα έλεγα δωρικός, γνήσιος υποστηρικτής των λόγων και των πράξεων του ο Γιώργος Μπασδέκης σε κερδίζει από κοντά, αποκαλύπτοντας έναν ανδρείον άνδρα αυθόρμητα ειλικρινή και ανθρώπινο, με ένα πρόσωπο που λάμπει όταν βρεθεί παρέα με φίλους, κρασί και καλή μουσική.



Ηγεμών


Τον είδα στις ερημιές να τριγυρνά.

Τέλος Απρίλη και τα χιόνια δεν είχαν λοιώσει

στα βουνά. Η θάλασσα άγριο άλογο ξεφυσούσε,

έπλεκε γοργόνες σε υφαντό από πέτρα

και σύννεφο.


Το φεγγάρι ξεπάγιαζε στην πολεμίστρα.


Αγνοημένος όλον τον χειμώνα,

ούτε μια φωτογραφία του από τα κολχόζ.

Περιστοιχισμένος από εργάτες

να του φιλούν το χέρι,

να του λένε τα όνειρα τους,

και κείνος να τους χτυπά τον ώμο.


Θεόθεν παράλυτος

χωρίς τη στρατιωτική στολή του,

τη γεμάτη με λαμπρά παράσημα.


Οι στρατιώτες λιποτάκτησαν.


Μερικούς τους κατέβασε πνιγμένους το ποτάμι,

άλλοι χάθηκαν μέσα στις πόλεις.




ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ

"Εκτορος περιφορά"

Προμετωπίδα: Δημήτρης Μυταράς

Εκδόσεις «Ιδεόγραμμα» (2008), σελ. 85

2 Φεβ 2009

Ελεύθερη μένει η ψυχή μου παρ' ολα τα δεσμά μου...


Ζωντάνεψα τους τοίχους

φωνή τους έδωσα

πιο φιλική να γίνουν συντροφιά

Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν

να μάθουνε που βρήκα τή μπογιά


Οι τοίχοι του κελιού

το μυστικό το κράτησαν

κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού

Όμως μπογιά δε βρήκαν


Γιατί στιγμή δέ σκέφτηκαν

στις φλέβες μου να ψάξουν.


Ο Αλέκος Παναγούλης [02.07.1939 - 01.05.1976] στην απομόνωση των φυλακών Μπογιατίου μετά από μια απόπειρα απόδρασης πού έκανε στις 2 Ιουνίου 1971. Δεν είχε ούτε μολύβι ούτε χαρτί και το έγραψε με το αίμα του πάνω σ΄ ένα πακέτο τσιγάρα. Ο τίτλος που του έδωσε: "Η μπογιά".

Αφιερωμένο σε αυτούς που όπως και να κανονίζουν "οι άλλοι" τη ζωή τους, μένουν ελεύθεροι!
Ξέρουν αυτοί...

10 Νοε 2008

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ...ο ποιητής που ήθελε να σμίξει τον κόσμο!


Αύριο συμπληρώνονται 18 χρόνια από τότε που "έφυγε" ο χιλιοτραγουδισμένος και αγαπημένος μου ποιητής. Ο Άνθρωπος με Α κεφαλαίο. Ο ποιητής που με έβγαλε -όντας μαθητής- έξω στους δρόμους και μου έμαθε από νωρίς τί σημαίνουν αξίες και ιδανικά στη ζωή.
Ακολουθεί ένα αφιέρωμα και ένα χιλιοειπωμένο από τα χείλη μου τραγούδι. Νίκο Ρίτσο, με βλέπεις από εκεί που είσαι; Ακόμη "έξω στους δρόμους" είμαι και σε τραγουδάω...
Βιογραφία
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά. Ο πατέρας του ήταν κτηματίας, αλλά έχασε την περιουσία του και πολύ νωρίς ο ποιητής δυστύχησε οικονομικά. Για να ζήσει έγινε χορευτής σε επιθεωρησιακό μπαλέτο αφού φοίτησε στη σχολή Μοριάνοφ. Γρήγορα το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ποίηση και στα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα της εποχής του. Οι νέες ιδέες του ήταν μαρξιστικές. Αυτές οι ιδέες στάθηκαν αφορμή για περιπέτειες. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε πολλές φορές. Τόποι εξορίας του υπήρξαν η Μακρόνησος και ο Άγιος Ευστράτιος παλιά, η Γυάρος, η Λέρος και η Σύρος στην επταετία της χούντας. Η ζωή του ποιητή υπήρξε ταραγμένη και περιπετειώδης. Χαρακτηρίζεται από ασθένειες και πολιτικές διώξεις. Σίγουρα όλη αυτή η ένταση, επηρέασε την ποίηση του. Τεράστιο σε ποσότητα και πολύ σημαντικό σε ποιότητα είναι το έργο τον μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής ποίησης. Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς είχε αναγνωρίσει την αξία του. «Να παραμερίσουμε ποιητή για να περάσεις», έγραψε σε ένα ποίημα του για τον Ρίτσο. Στις σκέψεις του ποιητή για τη μυθολογία, στην πληθώρα των μυθολογικών λεπτομερειών, μοτίβων και προσώπων, ο αναγνώστης συναντά συνέχεια κάτι πιο σημαντικό που δεν έχει εφήμερο χαρακτήρα και που ανοίγει το δρόμο για τα απόκρυφα μυστικά της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Παρότι πέρασε τόσος καιρός από το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου, στα 1990, το έργο του πορεύεται, όπως όλα τα έργα των δημιουργών που ταξιδεύουν ασυνόδευτα από τη φυσική παρουσία τους. Ο χρόνος που χρειάζεται για να διαγνωσθεί, εκ του ασφαλούς, κατά πόσο το έργο του Ρίτσου θα αντέξει στο χρόνο, είναι ακόμα μακρύς. Ίσως θα πρέπει να «ξεχαστεί» κι άλλο μέχρι να «ανακαλυφθεί» ξανά. Ίσως άλλοι, απρόβλεπτοι παράγοντες, να συμβάλουν προς τη μια ή προς την άλλη εξέλιξη. Ίσως, τέλος, η αδιαμφισβήτητη αξία του να το κάνει, ώστε να ξεπεράσει τη συνωμοσία σιωπής που εξυφαίνεται γύρω του.
Χρονολόγιο
1909 Γέννηση του ποιητή (πρωτομαγιά – σημαντική ημέρα για τους αγώνες της εργατικής τάξης) στη Μονεμβασιά. Ο πατέρας του Ελευθέριος ήταν μεγαλοκτηματίας, η μητέρα του Ελευθερία ήταν από αρχοντική οικογένεια του Γυθείου. Έχουν ήδη τρία παιδιά , τον Δημήτρη, τη Νίνα και τη Λούλα.
1921 Μετά το δημοτικό και το Σχολαρχείο εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου όπου φοιτά ως το 1925.Πεθαίνει ο αδερφός του από φυματίωση και μετά τρεις μήνες η μητέρα του από την ίδια αρρώστια.
1924 Δημοσιεύονται ποιήματά του στη «Διάπλαση των Παίδων».
1925 Η οικογένειά του καταστρέφεται οικονομικά από το χαρτοπαικτικό πάθος του πατέρα του ο ίδιος με την αδερφή του Λούλα έρχεται στην Αθήνα για να εργαστεί στην Εθνική Τράπεζα σαν γραφέας.
1926 Ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται από φυματίωση, ενώ ο πατέρας του έχει χρεοκοπήσει οικονομικά και ψυχικά ασθενής κλείνεται στο ψυχιατρείο του Δαφνίου, «Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα». Εγγράφεται στη νομική σχολή, αλλά δεν φοιτά.
1927-29 Εισάγεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου νοσηλεύεται για τρία χρόνια. Εκεί γνωρίζεται με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής καθώς και με τη Μαρία Πολυδούρη.
1930 Μεταφέρεται διαδοχικά σε σανατόρια στην περιοχή των Χανίων. Διαμαρτύρεται δημόσια για τις άθλιες συνθήκες του ασύλου φυματικών Καψαλώνας στην Κρήτη. Εισακούεται από τους αρμόδιους.
1931-34Επιστρέφει στην Αθήνα και συνδέεται με τους «Πρωτοπόρους» και την «Εργατική Λέσχη». Για βιοποριστικούς λόγους στρέφεται στο εμπορικό θέατρο και συμμετέχει σε παραστάσεις ως ηθοποιός, χορευτής και σκηνοθέτης. Το 1934 προσλαμβάνεται διορθωτής στον εκδοτικό οίκο «Γκοβόστη». Δοκιμάζεται από τη φτώχεια. Εκδίδεται το πρώτο βιβλίο ποιημάτων του με τον τίτλο «Τρακτέρ». Αρχίζει να συνεργάζεται με το «Ριζοσπάστη» και γίνεται μέλος του ΚΚΕ.
1935 Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του «Πυραμίδες».
1936 Γράφει και εκδίδει τον «Επιτάφιο» συγκλονισμένος από τα θύματα της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας του Μαΐου στη Θεσσαλονίκη.
1937-38 Εισάγεται στο Δαφνί και η Λούλα, ενώ ο ίδιος νοσηλεύεται για λίγο στο σανατόριο της Πάρνηθας. Γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κυκλοφορεί το «Τραγούδι της Αδελφής μου». Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία». Πεθαίνει ο πατέρας του. Προσλαμβάνεται στο Βασιλικό (αργότερα Εθνικό) Θέατρο.
1939-40 Βγαίνει από το ψυχιατρείο η Λούλα. Μετακινείται στη Λυρική Σκηνή, όπου εργάζεται ως χορευτής.
1941- 42 Κατοχή, η υγεία του επιδεινώνεται. Προσχωρεί στο ΕΑΜ και προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αντιστασιακό αγώνα «Το φεγγάρι είναι το κράνος του γερμανού φαντάρου. Αμπαρώσου καλά...» 1944-45 Ακολουθεί τους νικημένους των «Δεκεμβριανών» του 1944 στη Μακεδονία. Γράφει θεατρικά έργα. Επιστρέφει στην Αθήνα, όπου συνεργάζεται με το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και εκδίδει την ποιητική σύνθεση « ο σύντροφός μας ο Νίκος Ζαχαριάδης».
1948-52 Εξορίζεται στη Λήμνο, στη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη, στην Ικαρία. «Ποιός να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα/ κ’οι άλλοι μισοί στα σίδερα;»(Ρωμιοσύνη) .Απολύεται μετά από διαμαρτυρίες διανοουμένων του εξωτερικού Άραγκον, Νερούδα, Πικάσο κ.α.). Συνδέεται με το νεοσύστατο κόμμα της ΕΔΑ και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή». 1953-55 Παντρεύεται την γιατρό Γαρυφαλιά Γεωργιάδου, το 1955 γεννιέται η μονάκριβη κόρη του Ελευθερία. «Κοριτσάκι προχθές γεννήθηκες εσύ, χτες η μητέρα σου κι εγώ...»
1955-56 Ο Γιάννης Ρίτσος τιμάται με το Α κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή του «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» η οποία μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες. Ο Ρίτσος ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση(ανταποκριτής της Αυγής). 1958 Διώκεται ποινικά μαζί με άλλους για το αφιέρωμα της «Επιθεώρησης Τέχνης» στα σαραντάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ταξιδεύει στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία.
1960 Εκδίδεται σε δίσκο ο «Επιτάφιος» μελοποιημένος από το Μίκη Θεοδωράκη.
1962 Ταξιδεύει ξανά στη Ρουμανία όπου γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ. Ταξιδεύει στην Τσεχοσλοβακία, στην Ουγγαρία και στην Ανατολική Γερμανία. 1964 Υποψήφιος της ΕΔΑ στις εκλογές ,δεν εκλέγεται.
1966 Ταξιδεύει στην Κούβα. Κυκλοφορεί σε δίσκο η «Ρωμιοσύνη» μελοποιημένη από το Θεοδωράκη. 1967 Απριλιανή δικτατορία. Ο Γ.Ρίτσος εξορίζεται στη Γυάρο, Λέρο και Σάμο(κατ’οίκον περιορισμός) ως το 1970. 1968 Στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που τα μελοποιεί ο Θεοδωράκης ,ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία και τα παρουσιάζει σε συναυλίες. 1970 Μέλος της «Ακαδημίας Επιστημών και Γραμμάτων» του Μάιντς(Δ.Γερμανία). 1972 Βραβείο ποίησης της Μπιενάλε του «Knocke» (Βέλγιο). 1973 Συμμετέχει στις διαδηλώσεις οικοδόμων και φοιτητών στο Πολυτεχνείο. 1974 Βραβείο Ντιμιτρόφ (Βουλγαρία). Για το Πολυτεχνείο «Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’η φωνή τους ακόμα Αδέλφια, Αδέλφια...»(Το σώμα και το αίμα) 1975 Γνωρίζει διεθνείς τιμές και διακρίσεις. Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης . προτείνεται για Νόμπελ. 1976 Βραβείο «Taormina», Κατάνια Ιταλίας. 1977 Βραβείο Λένιν για την ειρήνη, μέλος της Ακαδημίας Μαλλαρμέ (Γαλλία). 1978-87 Επίτιμος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Μπέρμιγχαμ (Αγγλία), 1979 το βραβείο (Διεθνές Βραβείο Ειρήνης για τον Πολιτισμό), 1984 διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 1990 Πεθαίνει στην Αθήνα και ενταφιάζεται στη Μονεμβασιά.


Εργογραφία
ΠοίησηΤρακτέρ, 1934
Πυραμίδες, 1935
Επιτάφιος,1936
Το τραγούδι της αδελφής μου, 1937
Εαρινή συμφωνία, 1938
Η Ρωμιοσύνη, 1945
Γειτονιές του κόσμου,1949
Σονάτα του Σεληνόφωτος,1956
Η αρχιτεκτονική των δεύτερων,1958
Οι γερόντισσες και η θάλασσα, 1959
Ποιήματα - α τόμος,1961
Ποιήματα - β τόμος,1961
Κάτω απ τον ίσκιο του βουνού, 1962
12 ποιήματα για τον Καβάφη, 1963
Μαρτυρίες Α, 1963
Ποιήματα - γ τόμος, 1964
Φιλοκτήτης, 1965
Ορέστης, 1966
Μαρτυρίες Β, 1966
Οστραβα, 1967
Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλιδώματα, 1972
Ισμήνη, 1972
Η επιστροφή της Ιφιγένειας, 1972
Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973
Γκρογκάντα, 1973
Καπνισμένο τσουκάλι, 1974
Ποιήματα - δ τόμος, 1975


ΠεζογραφίαΜια γυναίκα πλάι στη θάλασσα
Πέρα απ τον ίσκιο των κυπαρισσιών
Τα ραβδιά των τυφλών
Αρίοστος ο Προσεχτικός
Τί παράξενα πράματα
Με το σκούντημα του αγκώνα
Ο λόφος με το συντριβάνι
Ισως να ναι κι ετσι
Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς
Οχι μονάχα για σένα
Σφραγισμένα μ'ένα χαμόγελο
Λιγοστεύουν οι ερωτήσεις
Ο Αρίοστος αρνείται να γίνει Άγιος

Ανακτήθηκε από το "http://pedia.elogos.gr


Δείτε: http://www.youtube.com/watch?v=Ml9vXQecaPE
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου

οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.

H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.

Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.

Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,

μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους

σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκιτο ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους

το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό

κι έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους

σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένεια τους

όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους

όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

31 Οκτ 2008

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: Όταν η ποίηση έκανε αντίσταση!...


Ήταν σαν χθες, πριν από 20 χρόνια που ο τόπος μας έχασε έναν ποιητή παλληκάρι, τον Τάσο Λειβαδίτη. Αγαπημένος και αυτός και η "Δραπετσώνα"του. Ένας ύμνος μελοποιημένος από τον Μίκη Θεοδωράκη, τραγουδισμένος από τη τεράστια φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Είναι το τραγούδι που με έχει χαράξει.
Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 και έφυγε στα 66 χρόνια του και «έφυγε» ξημερώματα Κυριακής στις 30 Οκτωβρίου του 1988. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μεταξουργείο. Ο πατέρας του καταγόταν από την Αρκαδία, ήταν εύπορος μεγαλέμπορος που πτώχευσε λόγω του πολέμου. Η μητέρα του, Βασιλική Κοντοπούλου, ήταν Αθηναία.Από τα τέσσερα αδέρφια του, τα δύο ήταν καλλιτέχνες. Ο Μίμης μουσικός της Λυρικής, ο Αλέκος, επιτυχημένος ηθοποιός του θεάτρου και κινηματογράφου, που πέθανε το 1980 κι αυτός από την ίδια πάθηση με τον ποιητή, ανεύρισμα κοιλιακής αορτής. Το 1934 εγγράφεται στο 9ο Γυμνάσιο στην πλατεία Κουμουνδούρου), κοντά στο πατρικό του σπίτι στην οδό Λεωνίδου. Το 1940 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Δεν θα τελειώσει όμως ποτέ, καθώς αφιερώνεται στην Αντίσταση από τις τάξεις ΕΠΟΝ.Το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα κι ενώ είναι εξόριστος στην Μακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του. Το 1946 παντρεύεται τη Μαρία, δευτερότοκη κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Αλεξάνδρας Λογοθέτη, Του στάθηκε στήριγμα όχι μόνο στα σκληρά χρόνια της εξορίας του ποιητή, συντηρώντας και την μητέρα του αλλά και φύλακας – άγγελος σε όλη του τη ζωή. Ο ποιητής την έχει ηρωίδα του στο "Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας" που της το αφιερώνει.Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίζεται στο λογοτεχνικό στερέωμα με το ποίημα "Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη", που δημοσιεύεται στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα" του Δημήτρη Φωτιάδη. Το 1947 δημοσιεύεται στη "Νέα Εστία", το εκτενές ποίημα του "Η κυρά της Οστριας". Εκδίδει μαζί με άλλους νέους, το λογοτεχνικό περιοδικό "Θεμέλιο". Την τετραετία 1948 -1952, εξόριστος για τις πολιτικές του ιδέες στον Μούδρο, τον Αη-Στράτη και την Μακρόνησσο, μαζί με άλλους πνευματικούς ανθρώπους της Αριστεράς (Κατράκης, Ρίτσος, Δεσποτόπουλος, Αλεξάνδρου, Πατρίκιος, Καρούσος, κ.α.). Το 1952 εκδίδει τα πρώτα του βιβλία "Μάχη στην άκρη της νύχτας" και "Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας" και το 1953 δημοσιεύει το "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου", για το οποίο του απονέμεται το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Το βιβλίο κατασχέθηκε αργότερα κι ο ποιητής θα συρθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αιτία το φιλειρηνικό του περιεχόμενο. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ψυχρού πολέμου. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1955, ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Εφετείο για το "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου". Πλήθος κόσμου και ανάμεσα τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα και όπου θα διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο αλλά και τους δικαστές που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά. Το 1956 δημοσιεύει τον "Ανθρωπο με το ταμπούρλο" και το 1957 εκδίδει την ποιητική συλλογή "Συμφωνία αρ. 1", για το οποίο ο Δήμος Αθηναίων τον βραβεύει με το Πρώτο βραβείο Ποίησης. Ήδη απο το 1954 εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ όπου και κρατάει τη στήλη της κριτικής του βιβλίου μέχρι το 1980, με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα έχει κλείσει λόγω δικτατορίας. Σε αυτό το διάστημα αλλά και αργότερα ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Ρόκκος. Ακολουθούν τα βιβλία, το 1958 "Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια" , το 1960 η "Καντάτα". Το 1961 τον Οκτώβριο, περιοδεύει με τον Μίκη Θεοδωράκη την επαρχία, Καβάλα, Δράμα, Σέρρες, Λάρισα, Νάουσα, Βέροια, όπου ανάμεσα στα μουσικά διαλείμματα των συναυλιών απαγγέλει ή συνομιλεί με το κοινό. Την ίδια χρονιά γράφει το σενάριο της ταινίας "Συνοικία το ΄Ονειρο" με τους Κατράκη, Αλεξανδράκη, Γεωργούλη, κ.α. όπου ακούγονται τα τραγούδια "Βρέχει στη φτωχογειτονιά", "Σαββατόβραδο" κ.λ.π. όλα σε στίχους Λειβαδίτη και που με άλλα τραγούδια επίσης σε στίχους Λειβαδίτη θα συμπεριλάβει αργότερα ο Θεοδωράκης στο δίσκο του "Πολιτεία". Το 1965, εκδίδονται σε τόμο με τίτλο "Ποίηση 1952-65" όλες οι μέχρι τότε ποιητικές του συλλογές. Μεταξύ 1967 - 72, ο ποιητής βυθίζεται στην σιωπή. Μένει άνεργος. Για λόγους επιβίωσης διασκευάζει ή μεταφράζει με το ψευδώνυμο Ρόκκος, έργα λογοτεχνικά για περιοδικά ποικίλης ύλης. Το 1972, εκδίδει το βιβλίο "Νυχτερινός επισκέπτης, που οι κριτικοί το θεωρούν έναρξη της β1 φάσης του έργου του. Παράλληλα αποστασιοποιείται απο την πολιτική δράση και κάνει μιά βαθειά στροφή ενδοσκόπησης, αναδεικνύοντας το μεγάλο φιλοσοφικό βάθος του έργο του, ακολουθώντας έναν μοναχικό δύσβατο και πρωτοποριακό δρόμο στην μεγάλη του τέχνη. Το 1976, του απονέμεται το Β' και Α1 Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα βιβλία του "Βιολί για μονόχειρα" και "Εγχειρίδιο ευθανασίας" αντίστοιχα. Γράφει την "Δραπετσώνα" κ.α. τραγούδια σε μουσική Μ. Θεοδωράκη. Το 1978 γράφει τους στίχους των δίσκων "Τα λυρικά", "Οκτώβρης 78" και "Λειτουργία για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο", όλα σε μουσική Μ. Θεοδωράκη. Τραγούδια με στίχους του έχει μελοποιήσει και ο Μάνος Λοΐζος. Αύγουστος του 1982, αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα υγείας. Νοσηλεύεται με καρδιακό έμφραγμα σε νοσοκομείο. Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Το 1985 εκδίδονται η συλλογή "Βιολέττες για μια εποχή" και το 1987 ο δεύτερος τόμος με τα μέχρι τότε έργα του, με τον τίτλο Ποίηση Β. Τον Οκτώβρη του1988, ο ποιητής εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο και υποβάλλεται σε δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, διάρκειας 5 ωρών η καθεμία, που όμως δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το μοιραίο. Το 1990 ολοκληρώνεται και ο τρίτος τόμος των Απάντων του, με τίτλο Ποίηση Γ. Την ίδια χρονιά εκδίδεται το έργο που άφησε στο συρτάρι του πριν πεθάνει, "Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου" (1989).

ΕΡΓΑ:
Μάχη στην άκρη της νύχτας, 1952.
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952.
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953.
Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956.
Συμφωνία αρ. 1, 1957.
Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια, 1958.
Καντάτα, 1960.
25η ραψωδία της Οδύσσειας, 1963.
Οι τελευταίοι, 1966.
Νυχτερινός επισκέπτης, 1972.
Σκοτεινή πράξη, 1974.
Οι τρεις, 1975.
Ο διάβολος με το κηροπήγιο, 1975.
Βιολί για μονόχειρα, 1977.
Ανακάλυψη, 1978.
Ποιήματα (1958-1963), 1978.
Εγχειρίδιο ευθανασίας, 1979.
Ο τυφλός με το λύχνο, 1983.
Βιολέτες για μια εποχή, 1985.
Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987.
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990 (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή).
Όλο το έργο του Τάσου Λειβαδίτη κυκλοφορεί σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Κέδρος.

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Άλλες ερμηνείες: Πέτρος Γαϊτάνος
Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το 'δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Μα όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Εδώ η "Δραπετσώνα" με τον Νίκο Δημητράτο: http://www.youtube.com/watch?v=taVJXRVUCt0

23 Ιουν 2008

"Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε..."





Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε


Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους


Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες


Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.


Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι


Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,


Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα


Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους


Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες



Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου


Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει


Οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου·


Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν. Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν


Κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν


Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀποδώσουν


Ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.


Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.


Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία


Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ


Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,


Τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.



Αφιερωμένο στη μνήμη ενός πολύ ευαίσθητου ανθρώπου, του επιστήμονα και σπουδαίου ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη που "έφυγε" σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια...




6 Ιουν 2008

Όταν κέρδισε το Νόμπελ, ο ποιητής του Αιγαίου Οδυσσέας Ελύτης...




"Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ.
Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.
Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας."

Με αυτά τα λόγια έκλεινε ο Οδυσσέας Ελύτης το λόγο του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας στις 18 Οκτωβρίου του 1979 «για την ποίηση του που με φόντο την Ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία»Είκοσι οκτώ χρόνια μετά τα λόγια ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας έχουν μεγαλύτερο βάρος από ποτέ. Και πάντα το "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" θα είναι πρώτο, μα εντελώς πρώτο στην καρδιά μου είτε σαν στίχος είτε σαν μουσική: "Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ..."
Η ζωή του νομπελίστα ποιητή
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 2 Νοεμβρίου του 1911. Είναι ο τελευταίος από τα 6 παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δύο του γονείς από τη Μυτιλήνη. Στην Κρήτη βρέθηκε ο πατέρας του όταν αποφάσισε με τον αδερφό του να κατασκευάσει εργοστάσιο σαπωνοποιίας.Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου και μεταφέρεται η έδρα της επιχείρησης.
Το 1920 η οικογένεια Αλεπουδέλη αντιμετωπίζει επιθέσεις εξαιτίας της στενής σχέσης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης στα μαθητικά του χρόνια έγραφε ποιήματα τα οποία και δημοσίευε στην «Διάπλαση των Παίδων» με ψευδώνυμα. Επηρεάστηκε από πολλούς ποιητές ιδιαίτερα όμως από τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ανδρέα Κάλβο.

Λόγω της οικογενειακής επιχείρησης σκέφτεται να σπουδάσει Χημεία, αλλά τελικά θα στραφεί στην Νομική στην οποία γράφτηκε το 1930, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ.
Ως φοιτητής ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης αναζητά μια άλλη αντίληψη και ένα διαφορετικό περιεχόμενο για την ποίηση. Είναι η εποχή που ο κόσμος έχει βγεί από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Δυτική Ευρώπη, ζητάνε επειγόντως την αλλαγή του κόσμου.
Γεννιέται λοιπόν ένα ιδιαίτερο ρεύμα σκέψης, ο σουρεαλισμός - μία ένωση του φανταστικού με το πραγματικό - με πολύ μεγάλα ονόματα της Τέχνης σε όλους τους τομείς. Ο σουρεαλισμός στόχευε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου και κυρίως αναζητούσε εκείνο το απόλυτο γεγονός μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε να εκδηλώσει όλες τις δυνατότητές του και ακόμα να τις ξεπεράσει. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα επηρεαστεί από το συγκεκριμένο ρεύμα και κυρίως από την προσωπικότητα του Πώλ Ελυάρ.
Το 1934, γίνεται μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε φιλοσοφικές συζητήσεις με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Εκείνη την εποχή, γνωρίζεται με το Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), - ποιητή, ο οποίος και τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, τον γνωρίζει στο κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα»,περιοδικό - πνευματικό όργανο της γενιάς του '30 στο οποίο και δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του.
Το 1935 ο Ελύτης γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο που μαζί με τον Νίκο Εγγονόπουλο εισήγαγαν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς θα ταξιδέψουν στην Λέσβο, όπου με την συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων, Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη, ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που είχε πεθάνει το 1934. Την ίδια εποχή δένεται με ισχυρό φιλικό δεσμό με τον Νίκο Γκάτσο
Το 1936 στην «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Το 1937 εγκαταλείπει τα νομικά, κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».
Με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ο Ελύτης, επιστρατεύεται στα αλβανικά βουνά ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά"και το 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου». Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που επανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
Το 1945 - 1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής. Το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας και συνδέεται με τους Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι.
Η αριστερά εκείνη την εποχή, τον κατηγορεί για τυφλό και ανεπίκαιρο τρόπο γραφής.
Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Λίγο πριν τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε καν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά.

Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960.
Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Κατράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο επικός τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.
Ο ποιητήςταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977).
Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, «για την ποίηση του που με φόντο την Ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία"
Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Μέχρι την στιγμή της βράβευσής του έχει τυπώσει 10 ποιητικές συλλογές. Η κορυφαία στιγμή του ποιητή κατά την δεκαετία του '80 ήταν η συλλογή «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η προτελευταία του συλλογή ήταν «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Το 1995 τυπώνεται το «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετά θάνατον τυπώθηκε το «Εκ του πλησίον» και τα «2χ7ε».
"Εφυγε» στις 18 Μαρτίου 1996 σε ηλικία 85 ετών.
πηγή:Καθημερινή
Έργα του Οδυσσέα Ελύτη


- Προσανατολισμοί, 1940
- Ήλιος ο Πρώτος 1943
- Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο Για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, 1945
- Άξιον Εστί, 1959
- Έξι και μια Τύψεις για τον Ουρανό, 1960
- Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, 1971
- Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, 1971
- Το Μονόγραμμα, 1972
- Τα Ρω του Έρωτα, 1972
-Τα Ετεροθαλή, 1974
-Ανοιχτά χαρτια, 1974
-Δεύτερη γραφή, 1976
-Σηματολόγιον, 1977
- Μαρία Νεφέλη, 1978
- Τρια ποιήματα με Σημαία Ευκαιρίας, 1982
-Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου, 1984
-Σαπφώ, 1984
-Αποκάλυψη, 1985
- Ο Μικρός Ναυτίλος, 1985
- Κριναγόρας, 1987
- Ιδιωτική οδός, 1990
-Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991
- Εν Λευκώ, 1992
- Δυτικά της Λύπης, 1995
- Ο κήπος με τις αυταπάτες, 1995

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Μίκης Θεοδωράκης - Οδυσσέας Ελύτης
Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μάνος Κατράκης, Θόδωρος Δημήτριεφ
Χορωδία Θάλειας Βυζαντίου
Πρώτη κυκλοφορία : 1964 ΕΜΙΑΛ

14 Απρ 2008

"Γιατί πολεμάμε αλήθεια;"...


"Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου

Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.

Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες

σαν σκλάβους πουλημένους

πετούν στην κόψη της λόγχης.

Για τι;

Τρέμει η γη πεινασμένη, απογυμνωμένη.

Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό

μόνο γιατί

κάποιος επιμένεινα κερδίσει την Αλβανία.

Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,

πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,

μόνο για να περάσουν

τον Βόσπορο

καράβια κάποια αφορολόγητα.

Σύντομα

η γη

δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.

Και την ψυχή θα βγάλουν

με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,

μόνο για να

πάρει κάποιος

στα χέρια του

τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων

η αρβύλατη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;

Τί είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;

Θεός;

Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα

εσύ,

που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση:

γιατί πολεμάμε, αλήθεια!"


(ποίημα με τον τίτλο: καλώ στην απολογία, 1917)

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ (7/7/1893-14/4/1931): Ενας βάρδος της Επανάστασης

Σημαίνουσα θέση ανάμεσα στους διανοούμενους που ύμνησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση κατέχει ο αδιαμφισβήτητος βάρδος της, Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι (1893 - 1930), αλλά και ο ευρύτερος κύκλος των λογίων του ΛΕΦ (Αριστερό Μέτωπο Τέχνης), το οποίο ίδρυσε το 1923. Ο Μαγιακόφσκι έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της επανάστασης κατά πολλούς τρόπους. Πρώτα - πρώτα, με το πλούσιο, αισθητικά πρωτότυπο και με σαφήνεια προσανατολισμένο στη στήριξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έργο του. Επειτα, με τους αισθητικούς προβληματισμούς τόσο του ίδιου όσο και του κύκλου του ΛΕΦ, σε σχέση με την κοινωνική σημασία της τέχνης και με την αντανάκλασή της στη μορφή του καλλιτεχνικού δημιουργήματος.

Οι ρηξικέλευθες αισθητικές αντιλήψεις του Μαγιακόφσκι εμπεριείχαν πάντως ένα θεωρητικό σφάλμα: την άρνηση όλης της προηγούμενης πολιτιστικής παράδοσης της ανθρωπότητας και την άποψη ότι ένα σύστημα τόσο νέο όσο το σοβιετικό δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί μόνο μέσα από εντελώς νέες αισθητικές μορφές. Από εδώ ξεκινά και η μορφική προσέγγιση του έργου του με το φουτουρισμό, την αισθητική αντίληψη που αρνείται οποιαδήποτε αξιοποίηση και επιβίωση μορφών τέχνης του παρελθόντος και που ιδεολογικο-πολιτικά χωρίστηκε σε δύο απολύτως εχθρικά μεταξύ τους ρεύματα, γεωγραφικά προσδιορισμένα: ο ιταλικός φουτουρισμός συνδέθηκε με το κίνημα του φασισμού. Αντίθετα, ο φουτουρισμός στην επαναστατημένη Ρωσία συνδέθηκε στενά με την επανάσταση και την ύμνησε.
Προκλητικός στις απόψεις, στο ντύσιμο και στον τρόπο ζωής, ο νεότατος άνδρας που, από τα εφηβικά του χρόνια είχε γίνει μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (του μετέπειτα Κόμματος των Μπολσεβίκων) και είχε γνωρίσει την εμπειρία των τσαρικών φυλακών, τάχθηκε αυτονόητα στο πλευρό της επανάστασης και κατέστη ο βάρδος της. Η αξία του λογοτεχνικού και δραματικού έργου του οφείλεται ακριβώς στη σύνδεσή του με την επανάσταση: είναι ο διθύραμβος για τους θριάμβους της, αλλά και η εναγώνια προφητεία για τους κινδύνους του μέλλοντός της.

Ο Μαγιακόφσκι όμως πρόσφερε στη σοβιετική κουλτούρα και σε ένα ακόμη επίπεδο: Η προσφορά αυτή σχετίζεται με μία «χρησιμοθηρική» αντίληψη για τη λειτουργία της τέχνης, πάρα πολύ ωφέλιμη για τα πρώτα βήματα του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Σε αυτή την περίπτωση, η τέχνη όχι μόνο ψυχαγωγεί και διαπαιδαγωγεί αισθητικά και ιδεολογικά το λαό, αλλά και τον ενημερώνει, ακόμη και για τα πιο απλά, πρακτικά ζητήματα. Ο πολυπράγμων Μαγιακόφσκι σχεδίαζε, ως προπαγανδιστικό υλικό για το πρακτορείο ΡΟΣΤΑ (πρόδρομο του σοβιετικού πρακτορείου ΤΑΣ), αφίσες που, με πολύ εύγλωττο τρόπο, αναφέρονταν σε όλα τα τρέχοντα ζητήματα της σοβιετικής πολιτικής ζωής: από τις νίκες του Κόκκινου Στρατού κατά των Εθνοφρουρών, μέχρι την ανάγκη μαζικού εμβολιασμού του πληθυσμού.

Το 1930, ο Μαγιακόφσκι θα θέσει ο ίδιος τέρμα στη σύντομη αλλά πλούσια ζωή του, με έναν πυροβολισμό. Ο ποιητής που οραματίστηκε και περιέγραψε όπως άλλος κανείς το φωτεινό μέλλον την ανθρωπότητας, αρνούμενος ωστόσο την ιστορική πείρα του παρελθόντος της, εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα προσωπικών αδιεξόδων (όχι άσχετων πάντως με συνολικότερους ιδεολογικούς προβληματισμούς που αφορούσαν το πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων και που αναπτύσσονταν πάνω στο έδαφος της πολιτικο-ιδεολογικής διαπάλης που ξέσπασε από πολύ νωρίς στους κόλπους των μπολσεβίκων), κινούμενος ανάμεσα στο διθύραμβο και στην κριτική γι' αυτή την πρώτη νικηφόρα «έφοδο στον ουρανό», συντρίφτηκε από το βάρος της εποχής και των οραμάτων του. Δεν τα εγκατέλειψε, δεν τα αρνήθηκε, τα ύμνησε μέχρι τέλους. Για τούτο και μέχρι σήμερα, «σείων σα μπολσεβίκικη ταυτότητα, κομματική, τους εκατό τόμους μαζί όλων του των κομματικών, των μπολσεβίκικων βιβλίων», κυριαρχεί, ως πρότυπο επαναστάτη - ποιητή, στην ποίηση του αιώνα που πέρασε, «όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

-- 1912: «Χαστούκι στο γούστο του κοινού» (θεωρητικό κείμενο, μανιφέστο του κυβοφουτουρισμού).
-- 1913: «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μια τραγωδία» (θεατρικό).
-- 1915: «Ο αδέσποτος σκύλος», «Σύννεφο με παντελόνια» (ποιήματα).
-- 1917 - 1918: «Μυστήριο Μπούφο» (θεατρικό στην τελική του μορφή, παίζεται το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
-- 1918: «Ωδή στην Επανάσταση» (ποίημα), «Σταρίσια λέξη» (συλλογή).
-- 1919: «Αριστερό Εμβατήριο» (ποίημα).
-- 1921: «150.000.000» (ποίημα, δημοσιεύτηκε ανώνυμα).
-- 1922: «Παρασυνεδριαζόμενοι» (σατιρικό ποίημα).
-- 1923: «Αγαπώ», «Γι' αυτό» (ποιήματα).
-- 1924: «Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν (ποίημα).
-- 1924 - 1925: ποιήματα και σκίτσα εμπνευσμένα από τις περιοδείες του στη Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στο Μεξικό και την Κούβα.
-- 1926: «Πώς γίνεται η ποίηση» (πεζογράφημα).
-- 1927: «Καλά» (συνθετικό ποίημα). Σειρά σεναρίων για τον κινηματογράφο.
-- 1928: «Ο κοριός» (θεατρικό).
-- 1929: «Το χαμάμ» (θεατρικό).

πληροφορίες από τον "Ριζοσπάστη".


"Ν αγαπάς

σημαίνει να σπαρταράς σε σεντόνια
ξεσκισμένα απ την αϋπνία
Γιατί αγάπη
δεν ειν ένας τρυφερός παράδεισος
μα η βίαιη επίθεση
της λαίλαπας νερού και φωτιάς

26 Μαρ 2008

Όλοι οι Έλληνες ποιητές σε ένα βιβλίο!...


Τήν προηγούμενη Τετάρτη είχα την τιμή να προσκληθώ μαζί με άλλους ποιητές επώνυμους και μη, σε μια βραδυά ποίησης που διοργάνωσαν πολύ ευγενικά οι εκδόσεις "Μεταίχμιο". Εκεί διαβάστηκαν ποιητικά έργα Ελλήνων και ξένων ποιητών. Προσωπικά είχα τη χαρά να απαγγείλω Νίκο Καββαδία. Στο τέλος μάλιστα αυτής της υπέροχης πραγματικά βραδυάς κατέληξε στα χέρια μου ως έπαθλο, μια πολύ φροντισμένη έκδοση που ίσως θα ήταν καλό να αποκτήσετε και εσείς. Σας την παρουσιάζω:
ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ 176 ΠΟΙΗΤΩΝ
ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ CD ΟΠΟΥ 18 ΠΟΙΗΤΕΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ
Eπίτομη ανθολογία της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα. Ένα μοναδικό βιβλίο, η πρωτοτυπία του οποίου έγκειται στη διάρθρωση της ύλης -τα ποιήματα τοποθετούνται ανά έτος δημοσίευσής τους- και συνιστά ένα πανόραμα της νεοελληνικής ποίησης, από την παραδοσιακή στη μοντέρνα περίοδό της και σε όλες τις φάσεις της μοντερνιστικής της ανάπτυξης. Συμπληρώνεται από ευρετήρια ποιητών και ποιημάτων, παρουσίαση των άλλων σχετικών ανθολογιών καθώς και εκτενή εισαγωγή του ανθολόγου.Στο CD διαβάζουν οι: Νάσος Βαγενάς, Χάρης Βλαβιανός, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Δάλλας, Ζέφη Δαράκη, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Κοντός, Μαρία Κυρτζάκη, Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, Βύρων Λεοντάρης, Τζένη Μαστοράκη, Στρατής Πασχάλης, Τίτος Πατρίκιος, Λευτέρης Πούλιος, Μανόλης Πρατικάκης, Θανάσης Χατζόπουλος.
Ίσως κάποτε οι ποιητές να σώσουν τον κόσμο...

18 Φεβ 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής...

Ίσως είναι πολύ φιλόδοξο για έναν άσχετο όπως εγώ, να κάτσει να γράψει για το ποιός ήταν ο ποιητής Σεφέρης καθώς και για το έργο του. Άλλωστε στο παρελθόν, έχουν μιλήσει για αυτόν πολλοί σημαντικοί άνθρωποι. Όμως επιτρέψτε μου να απολογηθώ λέγοντας ότι δεν θα έγραφα έστω αυτά τα ψευτοποιήματα μου, αν δεν τον είχα "γνωρίσει". Ούτε -τουλάχιστον όπως θέλω να πιστεύω- ποιητές του τόπου, θα είχαν τέτοια έμπνευση αν δεν είχαν επηρεαστεί από εκείνον.
Είμουν σε πρώιμη εφηβεία όταν πρωτοάκουσα στίχους του μελοποιημένους:
Στο περιγιάλι το κρυφόκι άσπρο σαν περιστέριδιψάσαμε το μεσημέριμα το νερό γλυφό.Πάνω στην άμμο την ξανθήγράψαμε τ' όνομά τηςΩραία που φύσηξε ο μπάτηςκαι σβήστηκε η γραφή .Με τι καρδιά, με τι πνοή,τι πόθους και τι πάθοςπήραμε τη ζωή μας· λάθος!κι αλλάξαμε ζωή.

Το άκουσμα αυτών των στίχων (σε μουσική του μεγάλου Μίκη και εκτέλεση από την "ξύλινη" φωνή του τεράστιου Μπιθικώτση), ήταν σοκ για μένα. Κάθησα και σκέφθηκα: "κάτι σπουδαίο γίνεται εδώ". Κι έτσι πρωτοδιάβασα ποίηση. Βέβαια πέρασαν χρόνια για να αποκτήσω την ωριμότητα που που επέτρεψε να δω τις τόσες "αλήθειες" που έκρυβε η ποίηση του πρώτου νομπελίστα μας ποιητή. Σαν άνθρωπο βέβαια δεν τον γνώρισα, αλλά ο χαρακτήρας του και η συμπεριφορά του -από ότι λέγεται- μου κάνει κάτι προς το πολύ "αστός" και όχι κάτι σαν τον Καββαδία ή τον Ρίτσο που τους θεωρώ πολύ κοντά στον λαό. Όπως και να 'χει ο πιο άξιος εκπρόσωπος της γενιάς του '30, από τότε που εμφανίστηκε στο προσκήνιο με την "στροφή" του μέχρι και σήμερα, πάντα συγκινεί.

Η ζωή του:
Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό όνομα του Γεωργίου Σεφεριάδη) γεννήθηκε το 1900 στη Σμύρνη, στη μικρασιατική, ελληνική πέρα ως πέρα μεγαλούπολη. Οι Σεφεριάδηδες έφυγαν το 1914 για την Αθήνα, όπου ο ποιητής τελείωσε το γυμνάσιο και εξακολούθησε τις νομικές του σπουδές στο Παρίσι (1918-24). Τα γόνιμα χρόνια λοιπόν, από τα 18 ως τα 25 του, τα ζει σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα που αλλάζουν την υφή της λογοτεχνίας στα χρόνια αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Εκεί τον φτάνει και ο αντίχτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής ( και της καταστροφής της Σμύρνης, της γενέθλιας πόλης του), και η μνήμη αυτή θα μείνει έμμονα ριζωμένη μέσα του. Ακολουθάει το διπλωματικό στάδιο και εργάζεται σαν Ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, Πρόξενος, Πρέσβης, Σύμβουλος πρεσβειών, Διευθυντής Τύπου, κ.λ.π. Το1963 Τιμήθηκε με το βραβείο NOBEL Λογοτεχνίας Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ Πανεπιστημίων του εξωτερικού. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή " του εναντίον της δικτατορίας.Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.Πέθανε το Σεπτέμβριο του 1971

Ποιητικές Συλλογές:
1932 "Στροφή" ( Αρνηση )*
1932 "Η Στέρνα"
1935 "Το μυθιστόρημα"
1940 " Τετράδιο Γυμνασμάτων" ( Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές )*
1940 "Ημερολόγιο καταστρώματος Α' "
1944 "Ημερολόγιο καταστρώματος Β' "
1947 "Κίχλη"
1955 " ...Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν"
1966 "Τρία κρυφά Ποιήματα"
Δοκίμια
1939 "Διάλογος πάνω στην ποίηση"
1944 "Δοκιμές"
1946 "Ερωτόκριτος"
Ταξιδιωτικά
1953 "Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας"

Μεταφράσεις:
1936 Τ.Σ.'Ελιοτ
1940 "Η έρημη χώρα" του Τ.Σ. ΄Ελιοτ
1965 "Αντιγραφές" (Yeats, Gide, Valery, κ,ά)
1965 "Ασμα Ασμάτων"
1966"Η Αποκάλυψη του Ιωάννη"

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα εξής έργα:
1973 "Οι ώρες της κυρίας Ερσης" (δοκίμιο για το ομώνυμο έργο του Ν.Γ.Πεντζίκη με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός)
1973 "Εξι νύχτες στην Ακρόπολη" (μυθιστόρημα)
1975 "Αλληλογραφία" (Γ.Θεοτοκάς-Γ.Σεφέρης 1930-1966)
και τα ημερολόγια :
1972 "Χειρόγραφο Σεπτ. '41"
1973 "Μέρες του 1945-51"
1975 "Μέρες Α'" (16-2-1925 ως 17-8-1931)
1975 "Μέρες Β'" (24-8-1931 ως 12-2-1934)
1977 "Μέρες Γ'" (16-4-1934 ως 14-12-1940)

*κλικάρετε επάνω και ακούστε !...
πληροφορίες από βικιπαίδεια

12 Φεβ 2008

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ: "Το κορίτσι που ήθελε να γίνει θεά"...


Ο χειμώνας του 1963 υπήρξε από τους αγριότερους του 20ού αιώνα. Στις 11 Φεβρουαρίου, η Σύλβια Πλαθ ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά της. Ύστερα, άνοιξε όλα τα κουμπιά στον φούρνο του γκαζιού κι έβαλε το κεφάλι της μέσα. Ήταν τριάντα ενός ετών. Η Σύλβια Πλαθ παραμένει από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες του πλανήτη. Τιμήθηκε, μετά τον θάνατό της, με το Βραβείο Πούλιτζερ (1981) για το σύνολο του έργου της, το οποίο εξέδωσε ο πρώην σύζυγός της, Τεντ Χιουζ. Πενήντα βιβλία τυμβωρύχων μελετητών ξεσκάλισαν τη θυελλώδη, και συνάμα καταστροφική, σχέση της με τον θαλερό σύνευνο, κατοπινό poet laureate της βρετανικής βασιλικής αυλής. Απέναντι σ' αυτήν τη φάμπρικα των δημοσιεύσεων ο Τεντ Χιουζ κράτησε σφραγισμένο το στόμα του. Όμως, λίγο πριν πεθάνει, εξέδωσε τη συλλογή ποιημάτων Βirthday Letters (ποιήματα που απηύθυνε στη νεκρή πρώην σύζυγό του κάθε χρόνο, στην επέτειο των γενεθλίων της). Για πρώτη φορά, έλυσε τη σιωπή του και δημοσιοποίησε τη δική του εκδοχή. Το βιβλίο αμέσως εκτινάχθηκε στις λίστες των ευπωλήτων. Η Σύλβια Πλαθ έγραψε το πρώτο ποίημά της σε ηλικία οκτώ ετών. Πιθανόν, υποστηρίζουν όσοι αναζητούν ψυχαναλυτικές ερμηνείες, η καταβύθιση του κοριτσιού στον εσωστρεφή κόσμο της ποίησης να συνδέεται με τον θάνατο του πατέρα της την ίδια χρονιά. Ως μαθήτρια διακρίθηκε και βραβεύτηκε πολλές φορές. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Κολέγιο Σμιθ, με την οικονομική υποστήριξη διπλής υποτροφίας. Ως πρωτοετής είχε ήδη στο ενεργητικό της πολλές δημοσιεύσεις. Το 1952, στα είκοσί της, πέρασε ένα παρατεταμένο επεισόδιο ψυχωτικής κατάθλιψης. Κατάπιε ηρεμιστικά, προσπαθώντας να αυτοκτονήσει. Έμεινε για ένα διάστημα έγκλειστη σε ψυχιατρείο, όπου υποβλήθηκε σε πολλαπλά ηλεκτροσόκ και ψυχανάλυση. Ένα χρόνο μετά, επέστρεψε στο κολέγιο. Αρίστευσε και αποφοίτησε πρώτη. Μια υποτροφία από το Ίδρυμα Φουλμπράιτ για το Κέμπριτζ στάθηκε η αφορμή να γνωρίσει τον Τεντ Χιουζ. Ένα χρόνο αργότερα τον παντρεύτηκε και έκαναν μαζί δύο παιδιά. Η καλή χαρά δεν κράτησε πολύ: ο Τεντ Χιουζ την εγκατέλειψε για την Αssia Wevill, γυναίκα εντυπωσιακής ομορφιάς, σύζυγο ποιητή. Αξιοπερίεργη σύμπτωση: και η κυρία Wevill αυτοκτόνησε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χώνοντας το κεφάλι της στον φούρνο του γκαζιού. Η άγρια μοναξιά και τα προβλήματα βιοπορισμού χορδίζουν επικίνδυνα τα νεύρα της Πλαθ. Τανύζουν το μυαλό της. Αρνείται να πάρει χάπια. Για ένα περίπου εξάμηνο, ζει τη φρενίτιδα μιας εμπύρετης δημιουργικότητας που την απογειώνει. Γράφει καθημερινά, από τις τέσσερις το ξημέρωμα ως τις οκτώ το πρωί, που ξυπνούν τα παιδιά. Ανάβει όλα τα φώτα του μυαλού. Γίνεται παρανάλωμα.
Η Σύλβια Πλαθ διαλέγει να γράψει για έναν κόσμο με προβλήματα, αντιπροσωπεύει -και έχει ενσωματώσει στην ποίησή της- τον καθένα από τους συνανθρώπους της, είναι η ποιήτρια όλου του κόσμου και επιλέγει να εξομολογηθεί στον βωμό της ανθρωπότητας όλα τα δεινά των ανθρώπων, ενώ η δική της υπόσταση ενσαρκώνει όλες τις φοβίες, τις ανησυχίες και τον πόνο που ο απλός άνθρωπος θα ήθελε να εκφράσει αλλά είτε δεν έχει τη δύναμη είτε δεν του επιτρέπουν να το κάνει. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρείται ότι μαζί με τους σύγχρονούς της Ρόμπερτ Λόουελ, Ανν Σέξτον και Θίοντορ Ρέθκε, η Σύλβια Πλαθ ανήκει στην ποιητική σχολή της αποκαλούμενης από τους κριτικούς «εξομολογητικής» ποίησης. Στη νέα αυτή ποίηση, ο ποιητής μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς σε πάλη τόσο με τον εαυτό του όσο και με την κοινωνία, σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί από τις συμβατικότητες και τους περιορισμούς της καθημερινότητας και να εκφράσει κάτι που αποδεικνύεται μεγαλύτερο από την ύπαρξή του, μια προσπάθεια που, παρ' όλη την επιτυχία ή αποτυχία της, είναι αυτή η ίδια που θα προκαλέσει την πτώση του. Η ζωή του ποιητή, ή της ποιήτριας στην περίπτωσή μας, γίνεται παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Δοκιμάζεται ο ίδιος μέσα σε αντίξοες συνθήκες στην κοινωνία και μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις και δεν περιορίζεται απλώς στην περιγραφή τους και τελικά, επειδή ακριβώς βιώνει τις καταστάσεις στην ακραία έκφρασή τους, τα βιώματά του αυτά γίνονται το κυρίως θέμα του.
Όλα αυτά και πολλά περισσότερα, συνοψίζονται στο βιβλίο που προτείνω πιο πάνω, όπου θα γνωρίσετε τον πηγαίο σπαραγμό την αυθόρμητη οδύνη και την ειλικρινή αγωνία για τον άνθρωπο από μια πολύ μεγάλη αλλά για τους πολλούς άγνωστη ποιήτρια του 20ου αιώνα. Είμαι βέβαιος πως στο κοντινό μέλλον που μάλιστα φαντάζει και δύσκολο, το ποιητικό έργο που μας άφησε θα εκτιμηθεί τα μέγιστα από την ανθρωπότητα.
"Ο Κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες ιστορίες" - ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
Εκδόσεις: Μελάνι
Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της Σύλβια Πλαθ.
Όλα της τα πεζογραφήματα κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής της.
Απλώς εκπληκτικό...

17 Ιαν 2008

YΠΑΡΧΟΥΝ ΧΡΥΣΟΨΑΡΑ ΕΔΩ;...(στίχοι που με έμαθαν να χαμογελάω στη ζωή).


"Σαν τα καράβια φαίνονται τη νύχτα τα νησιά
σταματημένα μες τη μέση του πελάγου.
Έχει η ανάσα τους μια γεύση απ' τα παλιά
που αναστήθηκαν με κόλπα κάποιου μάγου.

Εσύ δεν είσουνα που μίλαγες για ιπτάμενες στιγμές
εσύ δεν είσουνα που μίλαγες για αγάπη.
Εσύ δεν έλεγες οι άνθρωποι δε θέλουν διαταγές
από ανθρώπους μηχανές στο ρόλο του προστάτη.

Μ'ενα τσιγάρο
σα μεγάλη κιμωλία
μοιάζει με φάρο
που σκοντάψανε τα πλοία

Εσύ δε μ' εμαθες ν' αφήνω να μακραίνουν τα μαλλιά
στα παλιατζίδικα τα ρούχα σου ζητούσες.
Γιατί η αξία που μέσα μας φωλιάζει πιο βαθιά
είναι η ελεύθερη ζωή που ήθελες να ζούσες.

Μ'ενα τσιγάρο
σα μεγάλη κιμωλία
μοιάζει με φάρο
που σκοντάψανε τα πλοία"

18 Δεκ 2007

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ...


Τα μάτια σου είναι θάλασσα
μ' ενα νησί στη μέση
μα είναι βαθιά και δεν μπορεί
βάρκα να' ρθεί να δέσει

Μάτια που εύκολα γελούν
εύκολα πάλι κλαίνε
αυτά μ' αρέσει ν' αγαπώ
γιατί κακό δε θένε

Λιγότερο από μια στιγμή
μάτια να κοιταχτούνε
μπορεί να φύγει μια ζωή
να μη λησμονηθούνε

Ο έρωτας είναι θεριό
κι άμα δε το μερώσεις
μη τύχει και ξεγελαστείς
τη χέρα να του δώσεις

Ήθελα να' μαι θάλασσα
και συ ποτάμι να' σαι
να έρχεσαι στην αγκάλη μου
μωρό μου να κοιμάσαι

Ποτέ μου να μη σε 'βλεπα
πάλι θα σ' αγαπούσα
γιατί μέσα στα όνειρα
συχνά σε συναντούσα