Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Νοε 2010

"Όλοι έχουν θέση στο Ιμαρέτ του Θεού"...

Ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο που διάβασα πρόσφατα είναι το Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού του Γιάννη Καλπούζου τον οποίο ομολογώ, δεν ήξερα. Όμως η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος μου δημιούργησε πολλά συναισθήματα.Και βέβαια δεν ήμουν και ο μόνος αφού το συγκεκριμένο έργο ψηφίστηκε από τους Έλληνες αναγνώστες σαν το καλύτερο του 2009 στα πλαίσια του διαγωνισμού από το ΕΚΕΒΙ.
Το δυνατό σημείο της ιστορίας είναι για μένα, οι ρεαλιστικές περιγραφές των τοποθεσιών της εποχής λες και ο συγγραφέας εκατόν πενήντα περίπου χρόνια πριν, ήταν εκεί. Οι λεπτομέρειες δε που μας παραθέτει καθιστά την ανάγνωση μαγική αφού χωρίς να το καταλάβεις. βρίσκεσαι σε μια άλλη εποχή πράγμα που πολύ μου αρέσει προσωπικά. Οι πολλές τουρκικές και οι λίγες εβραικές λέξεις που χρησιμοποιούνται από τους ήρωες του μυθιστορήματος είναι κάτι που από μόνο του αποκτά ενδιαφέρον για κάποιον που του αρέσει μέσα από τη γλώσσα που μιλιέται να ανακαλύπτει ήθη, έθιμα, νοοτροπίες της εποχής και πόσο μάλλον όταν όλα αυτά αφορούν συμβίωση με άλλους λαούς και αλλόθρησκους. Και πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον δημιουργό, στην Άρτα του 1854 έχουμε να κάνουμε με χίλιες οικογένειες Ελλήνων, διακόσιες πενήντα Οσμανλήδων (σαν να λέμε Τούρκων), εκατόν εξήντα Εβραίων. Μια κοινωνία 6500 ψυχών τριών φυλών που έχουν η κάθε μία τους δικούς της κώδικες και κανόνες συνυπάρχοντας και σμίγοντας στους ίδιους δρόμους πότε αρμονικά και πότε κινούμενες ξεχωριστά η μία με την άλλη και μάλιστα κάποτε κάτω από εντάσεις και πάθη. Σε κάθε όμως περίπτωση διατηρώντας η κάθε μία την αυτοτέλεια της.
Όλα αυτά συνθέτουν μια θαυμάσια ηθογραφία της εποχής με πρωταγωνιστές δυο καρδιακούς συνομήλικους φίλους, έναν Έλληνα κι έναν Τούρκο που με τη συμπεριφορά τους μας δίνουν μαθήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αγάπης απέναντι και μεταξύ δύο λαών-γειτόνων που έχουν προαιώνια έχθρα μεταξύ τους. Και πάνω από όλα αυτά ο Γιάννης Καλπούζος μας ξεδιπλώνει την σοφία του απλού λαού μέσα από τον χαρακτήρα του παππού-Ισμαήλ, ενός σεβάσμιου φιλόσοφου γέροντα που οι "παραινέσεις" του μας δείχνουν πολλές αλήθειες της ζωής. Όπως αναφέρει κάπου: "Ένα Ιμαρέτ είναι η γη. Το Ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί..."
Το οπισθόφυλλο του βιβλίο μας βάζει στην υπόθεση:
Άρτα 1854. Τουρκοκρατία. Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα. Ένας Έλληνας και ένας Τούρκος που η μοίρα τους κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την άγνωστη ιστορία της περιοχής. Ο Γιάννης Καλπούζος αναπαριστάνει με μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, ο παππούς Ισμαήλ, η "μικρή" ακόμη Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο φανατικός Ντογάν, οι συγκρούσεις, οι επαναστάσεις, η συνύπαρξη, οι Απόκριες, το Ραμαζάνι, τα πρόσωπα και οι συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρέμποροι, κολίγοι, τσιφλικάδες, ο πλούτος μαζί με την εξαθλίωση. Όλοι έχουν θέση στο ιμαρέτ του Θεού.

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2008

21 Σεπ 2010

To νησί...

Όταν πρωτοβγήκε αυτό το βιβλίο, από τον τίτλο και μόνο, μου τράβηξε την προσοχή. Μάλιστα ξεφυλίζοντας το ανάμεσα σε άλλα βιβλία τότε, διέκρινα στοιχεία που δυνάμωσαν την επιθυμία μου να το κάνω δικό μου. Σπιναλόγκα, το παράξενο νησί των λεπρών που είχα δει πολλές φορές από μακρυά και δεν έχω επισκεφθεί, η ιστορία μιας οικογένειας που εξελίχθηκε σε ανθρώπινη τραγωδία, ο τόπος των γεγονότων που είναι η μια από τις ιδιαίτερες μου πατρίδες: η Κρήτη. Παρ' ολη την από καιρό επιθυμία μου κατάφερα να το διαβάσω τελικά, μόλις πριν έναν μήνα, κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών. Το βρήκα τρομερά ανθρώπινο, γεμάτο αλτρουισμό με μια ωραία γραφή από τη Βικτώρια Χίσλοπ που σε ταξιδεύει πραγματικά στο χρόνο και κυρίως σου "ανοίγει" τα μάτια για να δεις και να νοιώσεις πώς είναι να "ζεις" παρέα με τον θάνατο και τί αξίες έχει τελικά η ζωή που εμείς θεωρούμε δεδομένη εσαεί, αλλά συνήθως δεν ξέρουμε να την "ζούμε".

Η ιστορία
Αυτή ξεκινά το 1939 και φτάνει έως και το 2001 και είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που αφορούν στη ζωή των κατοίκων της Πλάκας και της Σπιναλόγκας, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με τη νόσο του Χάνσεν (της λέπρας).
Ο αγώνας των λεπρών της Σπιναλόγκας για επιβίωση και για καλύτερες συνθήκες ζωής, πλέκεται αριστουργηματικά με τον αγώνα των κατοίκων της Πλάκας ενάντια στο κοινωνικό στίγμα, που άφηνε η νόσος, όταν χτυπούσε το μέλος μιας οικογένειας.

Από τη μία αναπαρίσταται η ιστορία των κατοίκων της Πλάκας που πρέπει να κρατήσουν μυστική την ασθένεια, να αντιμετωπίσουν το χαμό των δικών τους ανθρώπων, αλλά και να συνεχίσουν τη ζωή τους για χάρη των παιδιών τους.
Από την άλλη, στην απέναντι όχθη, στην Σπιναλόγκα, οι μελλοθάνατοι Κρητικοί και Αθηναίοι Χανσενικοί, απομονωμένοι και «φυλακισμένοι» πάνω στο νησί, έχουν να αντιμετωπίσουν αρχικά τεράστιες δυσκολίες καθημερινής επιβίωσης, καταφέρνουν ωστόσο να ξεπεράσουν τα προβλήματα, ευημερούν, παντρεύονται και κάνουν παιδιά, καλλιεργούν, κάνουν εμπόριο, συνεχίζουν να δημιουργούν και να ζουν.

Το βιβλίο
Το έργο της Victoria Hislop έγινε παγκόσμιο bestseller με 2.000.000 πωλήσεις εκ των οποίων 185.000 πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Εκδόθηκε στην Αγγλία το 2006, στην Ελλάδα το 2007 καθώς και σε 23 ακόμη χώρες και μέσα σε 4 χρόνια κατάφερε να εκτοξευθεί στις λίστες των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων παγκοσμίως. Οι πωλήσεις του βιβλίου συνεχίζουν με εκπληκτικούς ρυθμούς εντός και εκτός Ελλάδας.

Έχει κυκλοφορήσει επίσης σε: Πολωνία, Σερβία, Ισπανία, Κροατία, Νορβηγία, Ταϊβάν, Γερμανία, Βουλγαρία, Ολλανδία, Σλοβακία, Ιταλία, Ρουμανία, Ρωσία, Κίνα, Σουηδία, Ιαπωνία, Τσεχία, Βραζιλία, Λιθουανία, Τουρκία, Ισραήλ.

Εκδόσεις Διόπτρα, 2007


Ο τόπος
Οι πέτρες και οι βράχοι στα άδεια σπιτάκια κρύβουν και δεν φανερώνουν την κόλαση του χθες, τα μοιρολόγια και τις κραυγές από τους πόνους στο σώμα των εκατοντάδων αρρώστων.
Το νησί βρίσκεται στην Κρήτη, στην περιοχή Μιραμπέλλου του νομού Λασιθίου. Το αρχαίο όνομά του, ήταν Καλυδών, αλλά μετά την κατάληψη του από τους Ενετούς ονομάσθηκε Σπιναλόγκα (Μακρά άκανθα). Άρχισε να οχυρώνεται το 1574 από τους Ενετούς όταν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την Κύπρο και οι Ενετοί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά της Κρήτης. Μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1649 από τους Τούρκους, η Σπιναλόγκα έμεινε ακόμη στα χέρια των Ενετών έως το 1715.

Το νησί κατελήφθη από τους Τούρκους το 1715 και κατοικείτο από Μουσουλμάνους. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε εφ’ όσον το νησί αποτέλεσε κοιτίδα εμπορίου. Μετά το 1898 οι περισσότεροι κάτοικοι εγκατέλειψαν το νησί. Από το 1903 χρησιμοποιήθηκε ως Λεπροκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι πρώτοι 251 λεπροί (Κρητικής καταγωγής), που λόγω αφ΄ενός της αποκρουστικής όψης τους και αφ’ ετέρου της μεταδοτικότητας της ασθένειας πρωτύτερα κατοικούσαν εξορισμένοι και απομονωμένοι από την τοπική κοινωνία , στις απόμακρες παρυφές των πόλεων, σε μέρη τα οποία ονομάζονταν «μεσκηνιές». Οι συνθήκες ήταν σκληρές αν αναλογιστούμε πως δεν υπήρχε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ενώ ο ιός της λέπρας ήταν μεταδοτικός και δεν θεραπευόταν. Μετά το 1913 μεταφέρθηκαν σταδιακά ασθενείς προερχόμενοι από την υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και από άλλες χώρες του εξωτερικού, αυξάνοντας τον αριθμό των ασθενών στους 1000. Η Σπιναλόγκα μετατράπηκε εκείνη την περίοδο σε «Διεθνές Λεπροκομείο».
Αρχικά η ζωή τους ήταν άθλια. Η Σπιναλόγκα είναι μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή για τους νοσούντες, χωρίς ελπίδα. Πολλοί πέθαιναν «ζωντανοί» με φρικτούς πόνους, παραμορφωμένοι και διαμελισμένοι. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, αυτές οι ανθρώπινες ψυχές όχι μόνο δεν το έβαλαν κάτω αλλά ανέπτυξαν μια ιδιόρρυθμη κοινωνικότητα με δικούς τους κανόνες και αξίες. Παντρεύτηκαν μεταξύ τους, (παρ’ όλο που απαγορευόταν λόγω της ασθένειάς τους) και απέκτησαν παιδιά (μερικά από αυτά υγιή). Δημιούργησαν καφενεία, τα οποία εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι. Με ένα μικρό επίδομα που τους έδωσε η Πολιτεία αγόραζαν τα αναγκαία τρόφιμα από ένα μικρό παζάρι που στηνόταν στην είσοδο του νησιού από ντόπιους παραγωγούς οι οποίοι πληρώνονταν με ειδικά απολυμασμένα χρήματα. Όσοι είχαν δυνάμεις καλλιέργησαν κηπευτικά και ασχολήθηκαν με το ψάρεμα.
Η κατάσταση αυτή αρχίζει ν αλλάζει από το 1936, έτος άφιξης στη Σπιναλόγκα του ασθενούς Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, τριτοετούς φοιτητή της Νομικής, ο οποίος ιδρύει την «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας» και αγωνίστηκε τα χρόνια που ακολούθησαν για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών. Ο Ρεμουνδάκης με το κλείσιμο της Σπιναλόγκας το 1957 νοσηλεύτηκε στο Λεπροκομείο της Αγ. Βαρβάρας.
Το 1948 ανακαλύφθηκε στην Αμερική το φάρμακο που θεράπευε τον ιό της λέπρας. Από το 1948 έως το 1957 ο αριθμός των ασθενών της Σπιναλόγκας μειώθηκε δραστικά. Άλλοι ασθενείς θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Άλλοι (20 βαριά ασθενείς) μεταφέρθηκαν στην Αθήνα για παρακολούθηση στο ειδικό Νοσοκομείο, το Λοιμωδών νόσων που βρίσκεται στην Αγ. Βαρβάρα στο Αιγάλεω! Οι υπόλοιποι δεν τα κατάφεραν. Η μοίρα ήταν σκληρή μαζί τους!
Μετά την αναχώρηση των τελευταίων ασθενών από το νησί (1957) το νησί εγκαταλείφθηκε, παρέμεινε ακατοίκητο για αρκετά χρόνια και έτσι σημαντικά ιστορικά στοιχεία χάθηκαν. Τα περισσότερα από τα κτήρια του Λεπροκομείου κατεδαφίστηκαν. Φαίνεται πως οι άνθρωποι δεν ήθελαν να έχουν θλιβερές αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν τους …!!!

Ο 85χρονος Μανώλης Φουντουλάκης, ο άνθρωπος που βασανίστηκε και παραμορφώθηκε στην κόλαση της αρρώστιας, αλλά σώθηκε τελικά, αναπολώντας το παρελθόν θυμάται τον πόνο, τις ατυχίες, τις χαρές και τις λύπες:
Το χτύπημα της αρρώστιας το 1949 σε ηλικία 21 ετών, ενώ υπηρετούσε αστυφύλακας στον Πειραιά. Την ισχυρή θέληση του «Λενιού του» να μείνει μαζί του και να παντρευτούν αψηφώντας την αρρώστια του. Τον γάμο τους στα 31 τους χρόνια, που του έδωσε δύναμη και ζωή να παλέψει αρρώστια και προβλήματα. Την γέννηση της κόρης του το 1955. Την επιδείνωση επικίνδυνα της υγείας του 1973 – 74. Τον θάνατο από την επάρατη νόσο το 1976 της αγαπημένης του Λενιώς. Την περίοδος της ανάταξης της υγείας του αλλά και της οικογενειακής ισορροπίας. Ο ίδιος στη σκληρή περίοδο της δοκιμασίας του ζούσε στην Αθήνα και έκανε θεραπεία στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγ. Βαρβάρας, αλλά με την ιδιότητα του γενικού γραμματέα του συλλόγου χανσενικών είχε μεταβεί στη Σπιναλόγκα, βίωσε την τραγική πραγματικότητα και ενδιαφέρθηκε για την αναβάθμιση των συνθηκών παραμονής και θεραπείας των δυστυχισμένων της Σπιναλόγκας.

Σήμερα η Σπιναλόγκα έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος και κάποια κτήρια αναστηλώνονται. Θεωρείται τουριστικός προορισμός για ημερήσιες εκδρομές και κολύμπι. Τη Σπιναλόγκα επισκέπτονται πάνω από 300.000 άνθρωποι, αριθμός που τη φέρνει στους πέντε πρώτους βυζαντινούς – μεταβυζαντινούς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά κάποια ερείπια, απομεινάρια άλλων εποχών μένουν για να θυμίζουν αυτούς τους ανθρώπους. Το βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ έβαλε ταφόπλακα στην απομόνωση!
Σπάνια σ’ ένα μνημείο η Ιστορία μιλά τόσο εύγλωττα από τα βάθη των αιώνων. Σπάνια ένα μνημείο κουβαλά στα σπλάχνα του τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, των Νεοελλήνων. Αν βρεθείτε στο νησί αναζητείστε αυτά τα ερείπια! Εξερευνείστε τον χώρο και αναλογιστείτε πως σε αυτό το άγονο νησί κάποιες ανθρώπινες ψυχές παρά την αρρώστια τους, παρά την απομόνωσή τους, εξακολούθησαν να εργάζονται, να κοινωνικοποιούνται, δημιούργησαν οικογένειες και τελικά διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους για ένα καλύτερο αύριο γιατί αγαπούσαν την ζωή και είχαν δύναμη…

Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον δρόμο.
Πληροφορίες από το pressgr.

6 Σεπ 2010

Η άρρωστη πολιτεία...

Ένα ενδιαφέρον βιβλιαράκι διάβασα πρόσφατα, γραμμένο με μια παλιά αλλά καλή "γραφή". Αφορμή γι αυτό υπήρξε το ενδιαφέρον που απέκτησα τελευταία για την αρρώστια της λέπρας μιας και ενώ η ασθένεια θεωρείται άγνωστη στους πολλούς, εν τούτοις υπάρχει σε μεγάλο βαθμό σε αφημένους στην εγκατάλειψη, λαούς φτωχών χωρών.

Το βιβλίο περιγράφει τη ζωή στην Σπιναλόγκα, το νησί των λεπρών. Είναι μια νουβέλλα που η συγγραφέας του Γαλάτεια Καζαντζάκη αποκαλεί "ρομάντζο". Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1914 και αναπτύσσει μια ερωτική ιστορία μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, ενός δασκάλου και μιας περήφανης κοπέλας που απελπισμένα συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να απολαύσει όπως θέλει την χαρά του έρωτα αφού ξέρει το τέλος της. Αυτός ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο νησί επιδρά τα μέγιστα στην ψυχολογία του ατόμου με αναρίθμητα ερωτήματα του πώς, του γιατί και του πότε με κυριώτερη τραγική αίσθηση, την απώλεια του ύψιστου αγαθού της ελευθερίας.

Στο επίμετρο της η Κέλλυ Δασκαλά μας εξιστορεί τον μύθο και την πραγματικότητα που αναπτύχθηκε μέσα από την παγκόσμια λογοτεχνία από την Βίβλο μέχρι σήμερα για την φοβερή ανίατη μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, ασθένεια.

Συνοψίζοντας θέλω να τονίσω τον "δυναμισμό" του κειμένου της Γαλάτειας Καζαντζάκη που σχεδόν έναν αιώνα μετά, σε υποβάλλει σε μια κατάσταση να θέλεις να μάθεις πώς μπορείς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος...

Εκδόσεις: Ελληνικά γράμματα, 2010

1 Σεπ 2010

Ως εκ θαύματος!...

Παρ' ολο που ακούω σχεδόν καθημερινά -εδώ και χρόνια- τον Κωνσταντίνο Τζούμα να καταθέτει εαυτόν και απόψεις μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στον "εν λευκώ", διαβάζοντας το πρώτο αυτοβιογραφικό του βιβλίο, κάπου με ξάφνιασε.
 «...Θα ζήσουμε ξένοιαστα, κοσμοπολίτικα, κομψά, όπως οι ήρωες του Μπουνιουέλ, του Αντονιόνι, του Φελίνι, ίσως λίγο μελαγχολικά αλλά με σουρεάλ χιούμορ και αριστοκρατικότητα...» γράφει ο ιδιόρυθμος ηθοποιός, συνοψίζοντας μέσα σε λίγες λέξεις το πιστεύω του και τη στάση του για τη ζωή. Μια αναδρομή πίσω στον χρόνο στα ωραία του Πειραιά και της Αθήνας με ιμπρεσσιονιστική διάθεση και ανάλαφρη περιγραφή . Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει ενίοτε, με έναν χαριτωμένο κυνισμό τους ανθρώπους  καθόλου αγενή και χωρίς καμμιά κακία γι αυτούς που τον απογοητεύουν. Απεναντίας αποθεώνει τους "πρωταγωνιστές" και τους τολμηρούς της ζωής. Βόλτες, ταξίδια, καφέ, μουσική, αγγλικό free cinema, γαλλική nouvelle vague, λίγο θέατρο, πολύς χορός, ξενύχτια και φάρσες αποτελούν εν ολίγοις μια διαδρομή που μας βάζει να ακολουθήσουμε "παρέα" με τους κεφάτους φίλους της νιότης του. Το ροκ εντ ρολ δινει τον τόνο της ορμητικής δεκαετίας του '60 που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Η τέχνη σε όλες της τις μορφές τον σπρώχνει σε μια ευγενική διάθεση που οδηγεί σε μια αποστασιωμένη και απολιτίκ συμπεριφορά για ότι ασχημαίνει την καθημερινότητα μας. Ο ίδιος μέσα από τις περιγραφές του, μας δείχνει πώς μπορούμε να γυρίζουμε την πλάτη σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από επιθετικότητα και απληστεία, είναι κολλημένο στο παρελθόν και στερείται φαντασίας. Πώς να διεκδικούμε με τις δικές μας δυνάμεις, αυτό που μας αναλογεί, στον κόσμο που ζούμε. Και πως να μάθουμε να νοιώθουμε ευτυχισμένοι με τα πιο μικρά, ασήμαντα και καθημερινά. Η αδυναμία που έχει να περιγράφει λεπτομερώς τα μοδάτα ρούχα της εποχής καθώς και τις διάφορες πολλές ερωτικές σχέσεις που καλλιεργούσε και μάλιστα -όλως περιέργως- πάντα με πανέμορφες υπάρξεις(sic), κάποιους ίσως θα τους ξενίσει διαβλέποντας ίσως μια υπερβολή. Όμως αυτό που βγαίνει μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου είναι μια αίσθηση γλυκειάς συντροφιάς σε ένα ταξίδι που ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του '40 και διαρκεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 και που εύχεσαι να μην τελειώσει σύντομα.
Ευτυχώς όμως το "ταξίδι" συνεχίζεται με το δεύτερο βιβλίο του Τζούμα που ακολουθεί και περιγράφει την συνέχεια της ζωής του στην Αμερική. Ίδωμεν...

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

25 Αυγ 2010

Εγχειρίδιο Βλακείας!...

Ένα βιβλιαράκι που διάβασα πρόσφατα -ότι πρέπει εν μέσω διακοπών- αφού δεν σου πέρνει πάνω από 3 ώρες, ήταν ένα χιουμοριστικό δοκίμιο του Χαριτόπουλου για την βλακεία του ανθρώπου. Με εύστοχες κατά βάση επισημάνσεις του συγγραφέα που καταλήγουν σε ένα "ξεβράκωμα" του άνθρωπου-βλάκα. Το διάβασα μονορούφι και ήταν συνάμα και διδακτικό.
Το βιβλίο ασχολείται με την προέλευση του ηλίθιου, τις αιτίες, τη βιολογική του εξέλιξη, τους κινδύνους που συνεπάγεται η συνύπαρξη με τους έξυπνους ανθρώπους, το πόσο ζημιά μπορεί να προκαλέσει η παρουσία ενός βλάκα σε μια απολύτως υγειή κοινωνία. Ο συντάκτης του με το γνωστό προσωπικό του ύφος, συνδυάζει το χιούμορ με τη σοβαρότητα, τον αφορισμό με την τεκμηρίωση, την οξυδέρκεια με τη λαϊκή σοφία.
Τώρα βέβαια αν ανήκει ο καθένας από εμάς στην κατηγορία του βλάκα ή του έξυπνου, ας αφήσουμε την αρμόδια επιστήμη να αποφασίσει γι αυτό γνωρίζοντας εκ των προτέρων βέβαια, πως η βλακεία ούτως ή άλλως, είναι αήττητη!...

Εκδόσεις: Τόπος, 2008

6 Ιουν 2010

Ορχάν Παμούκ – Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις...

Βλέποντας στο μουσείο Μπενάκη την έκθεση φωτογραφίας , θυμήθηκα το βιβλίο που διάβασα πέρυσι το καλοκαίρι για την Πόλη του Αρά Γκιουλέρ, την Πόλη του Ορχάν Παμούκ, την Πόλη των Ελλήνων. Την Κωνσταντινούπολη, την Ινσταμπούλ. Ένα βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό που σε ταξιδεύει πίσω στον χρόνο μέσα από τα μάτια και τις εμπειρίες ενός θαυμάσιου συγγραφέα του Ορχάν Παμούκ.


Το βιβλίο
Μοντερνιστής στη γραφή του χωρίς να εξωραίζει καταστάσεις περιγράφει τον μικρόκοσμο των των διαμερισμάτων, των πολυκατοικιών και των συνοικιών όπου έζησε. Μια απλόχερη περιγραφή χωρίς να ενοχλείται από τις πάμπολλες εικόνες της παρακμής που συναντά, όπως απόμερους μαχαλάδες με τα βρόμικα σοκάκια, τα ετοιμόρροπα μαυρισμένα ξύλινα κονάκια, τους τεκέδες που έμειναν άδειοι επειδή απαγορεύτηκε η λειτουργία τους, τις κρήνες που ξεράθηκαν και τα χόρτα που φυτρώνουν στις ρωγμές. Ο περιπατητής Παμούκ βλέπει μια πόλη να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο οθωμανικό και το μοντέρνο ενώ ενώνει τις εντυπώσεις του με εκείνες των περιηγητών, λογοτεχνών, ζωγράφων αλλά και σκηνοθετών.
Ο Έλληνας αναγνώστης θα βρει πολύ ενδιαφέρον στο βιβλίο μιας και ο συγγραφέας τον περιπλανεί στα ίδια μέρη που ζούσε και δημιουργούσε το ένα δυναμικό κομμάτι αυτής της πόλης. Το ελληνικό στοιχείο εδώ είναι σε περίοπη θέση. Κι αυτό γιατί μακριά από προκαταλήψεις και στερεότυπα, μέσα στις σελίδες αυτού του λογοτεχνικού έργου η Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ είναι ταυτόχρονα και η Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων.
Η κατά Παμούκ Ιστανμπούλ αποτελεί ταυτόχρονα ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, χρονικό, ταξιδιωτικό αφήγημα και δοκίμιο και είναι γεμάτη μαυρόασπρες φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, πίνακες, οικογενειακές φωτογραφίες και όψεις ενός τόπου και μιας εποχής που κανείς οδηγός δεν θα δείξει.

Ο συγγραφέας
Ο Ορχάν Παμούκ (Orhan Pamuk) είναι ένας επιφανής μυθιστοριογράφος μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα του, αλλά έχει επίσης κερδίσει ένα αυξανόμενο αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως. Ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους Ευρωπαίους μυθιστοριογράφους, το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Έχει επίσης δεχτεί μείζονα Τούρκικα και διεθνή λογοτεχνικά βραβεία. Στις 12 Οκτωβρίου 2006 του απονεμήθη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Ο Παμούκ γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1952 στην Κωνσταντινούπολη σε μία ευκατάστατη οικογένεια με πατέρα μηχανικό. Μαθήτεψε στην Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Έπειτα παρακολούθησε ένα αρχιτεκτονικό πρόγραμμα στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, γιατί προοριζόταν για μηχανικός ή αρχιτέκτονας. Μετά από τρία χρόνια όμως τα παράτησε και έγινε συγγραφέας. Αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης το 1977. Μετά από τρία χρόνια στις ΗΠΑ από το 1985 ως το 1988, όπου έδωσε διαλέξεις και στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
Άρχισε το μεθοδικό γράψιμο ήδη από το 1974. Το πρώτο του γραπτό μυθιστόρημα, το Karanlık ve Işık (Σκοτάδι και Φως) βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Μυθιστορήματος της Milliyet Press του 1979, το οποίο μοιράστηκε με τον Mehmet Eroğlu. Το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο Cevdet Bey ve Oğulları (Τσεβντέτ μπεής και υιοί) το 1982. Το 1983 κέρδισε επίσης το Βραβείο Μυθιστορήματος Ορχάν Κεμάλ. Το μυθιστόρημα είναι η ιστορία τριών γενιών μιας πλούσιας οικογένειας της Κωνσταντινούπολης που ζει στο Nisantasi, την μητρική περιφέρεια του Παμούκ. Το 1984 ο Παμούκ κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος Μανταραλί για το δεύτερο μυθιστόρημά του Sessiz Ev (Το Σιωπηλό Σπίτι) που εκδόθηκε το 1983. Με τη γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος αυτού κέρδισε το 1991 το Prix de la Découverte Européenne. Το ιστορικό μυθιστόρημα του Παμούκ Beyaz Kale (Το Λευκό Κάστρο) που εκδόθηκε το 1985, κέρδισε το 1990 το Independent Award for Foreign Fiction και επέκτεινε την φήμη του στο εξωτερικό. Το 1990, το μυθιστόρημα - ορόσημό του Kara Kitap (Το Μαύρο Βιβλίο) έγινε ένα από τα πλέον δημοφιλή και συζητημένα αναγνώσματα στην Τουρκική λογοτεχνία, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του και του πλούτου του. Το 1992 συνέγραψε το σενάριο της ταινίας Gizli Yüz (Μυστικό Πρόσωπο) που σκηνοθετήθηκε από τον διακεκριμένο Τούρκο σκηνοθέτη Ömer Kavur. Το 1995, το μυθιστόρημά του Yeni Hayat (Νέα Ζωή), έγινε μπεστ-σέλερ στην Τουρκία. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στη χώρα του, αφού έγινε το βιβλίο με τις γρηγορότερες πωλήσεις στην Τουρκική ιστορία. Το 1999 ο Παμούκ εξέδωσε το ιστορικό του βιβλίο Öteki Renkler (Τα Άλλα Χρώματα). Το 2003 κέρδισε το πιο προσοδοφόρο βραβείο της διεθνούς λογοτεχνίας, το IMPAC Dublin Award, για το μυθιστόρημά του Benim Adım Kırmızı (Το Όνομά μου Είναι Κόκκινος) το οποίο εκδόθηκε το 2000. Μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες. Τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά του είναι τα Kar (Χιόνι) το 2002 και İstanbul-Hatıralar ve Şehir (Κωνσταντινούπολη) το 2003. Οι Νιού Γιόρκ Τάιμς κατέταξαν το Χιόνι στη λίστα τους των "10 Καλύτερων Βιβλίων του 2004" ως ένα από τα έξι μυθοπλαστικά βιβλία που δεν γράφτηκαν στην Αγγλική γλώσσα.
Η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως και έπρεπε να βασιστεί στην οικονομική υποστήριξη του πατέρα του. Τα πρώιμα νατουραλιστικά μυθιστορήματα έδωσαν τη θέση τους σε πιο μεταμοντέρνα έργα. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1994 όταν το τέταρτο μυθιστόρημά του, Η Νέα Ζωή, έγινε μπεστ-σέλερ. Άτομο υψηλού κύρους στη χώρα του, ο Παμούκ έχει κατηγορηθεί για την υποστήριξή του για τα πολιτικά δικαιώματα των Κούρδων. Το 1995 ο Παμούκ ήταν ανάμεσα σε μια ομάδα συγγραφέων που δικάστηκαν για την κριτική τους εναντίον του τρόπου που η Τουρκία μεταχειρίζεται τους Κούρδους σε ένα βιβλίο δοκιμίων ασκώντας την ελευθερία λόγου.
Τα βιβλία του χαρακτηρίζονται από μια σύγχυση ή απώλεια της ταυτότητας προκληθείσα εν μέρει από τη σύγκρουση μεταξύ Ευρωπαϊκών και Ισλαμικών αξιών. Προκαλούν συχνά ενοχλήσεις ή ανησυχίες, αλλά περιλαμβάνουν σύνθετες, ενδιαφέρουσες πλοκές και χαρακτήρες μεγάλου βάθους. Τα έργα του διαπνέονται επίσης από συζητήσεις και θαυμασμό για τις δημιουργικές τέχνες, όπως η λογοτεχνία και η ζωγραφική.
Ζει με την σύζυγό του και την κόρη τους στην Κωνσταντινούπολη.
Σε μια υπόθεση ελευθερίας της έκφρασης που παρακολουθήθηκε από όλο τον κόσμο, ο Παμούκ κατηγορήθηκε στην Τουρκία ως αποτέλεσμα δηλώσεών του που αφορούσαν στην Αρμενική Γενοκτονία και την Κουρδική μαχητικότητα. Συγκεκριμένα, ο Παμούκ κατηγορήθηκε για την δήλωσή του: "τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν σ'αυτή τη γη και κανείς εκτός από μένα δεν τολμά να μιλήσει γι'αυτό." Οι κατηγορίες εναντίον του Παμούκ έχουν επίσης δημιουργήσει προβλήματα στην Τουρκία στις προσπάθειές της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Orhan Pamuk, Istanbul, 2003 / Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005, μτφρ. Στέλλα Βρετού, 589 σελ.

πληροφορίες για τον συγγραφέα: από την βικιπαίδεια

31 Μαΐ 2009

"Μια εταίρα θυμάται"


Πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο, από έναν πολύ καλό συγγραφέα που προέκυψε τα τελευταία χρόνια στα λογοτεχνικά μας δρώμενα.
Η υπόθεση που διαδραματίζεται, αναφέρεται στον παράνομο δεσμό του Αλκιβιάδη με τη βασίλισσα της Σπάρτης Τιμαία, τον Λεωτυχίδα, καρπός αυτής της σχέσης, κι τον πανίσχυρο βασιλιά Άγη.Ένα ερωτικό σκάνδαλο, που παίρνει απρόβλεπτες διαστάσεις. Εγκλήματα που οδηγούν σε σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Ο έρωτας της εταίρας Δάφνης με τον Φηγέα, αρχηγό της μυστικής οργάνωσης της Κρυπτείας, και η σκοτεινή πλευρά ενός ανθρώπινου δράματος.Μια ιστορία, στην οποία οι ήρωες προσπαθούν να διαφυλάξουν την ανθρωπιά τους χάρη στον έρωτα. Ένα πολιτικό θρίλερ, όπου περιπλέκονται η συνωμοσία, η προδοσία, οι ίντριγκες και το ερωτικό πάθος.Μια Σπάρτη διαφορετική, μη ηρωική, όπου δεσπόζει η Κρυπτεία που κινεί σιωπηλά τα νήματα σύμφωνα με τις οδηγίες του μεγάλου αφεντικού - του Μαντείου των Δελφών!Το βιβλίο αυτό δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, είναι αφορμή για μια άλλη, διαφορετική ματιά στο παρελθόν. Τα ιστορικά γεγονότα, στα οποία αναφέρεται, είναι περισσότερο το σκηνικό μπροστά στο οποίο εξελίσσονται τα ανθρώπινα δρώμενα. Είναι ο καταλύτης που ενεργοποιεί και διαμορφώνει τους χαρακτήρες των ηρώων. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Ο συγγραφέας Xρήστος Xαρτοματσίδης, γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε ιατρική και εργάζεται ως διευθυντής Mικροβιολογίας στο Γενικό Nοσοκομείο Kομοτηνής. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "O ξένος" (1986) "H νύχτα των εμβρύων", εκδ. Nικολαΐδης (1989), τα διηγήματα: "Tο παλιό κτίριο", εκδ. "Nεφέλη" (1991), "Φωτο-Veritas", εκδ. "Mεταίχμιο" (2003), και τα μυθιστορήματα: "Kιθαρίστας σε ταβέρνα", εκδ. "Πατάκης" (1996), "Oι περιπέτειες του Mπρέγκα", εκδ. "Πατάκης", (2001). Tο μυθιστόρημά του "Kιθαρίστας σε ταβέρνα" είχε αποσπάσει B βραβείο στο διαγωνισμό μυθιστορήματος του Δήμου Φιλιππούπολης της Bουλγαρίας. Eπίσης έχει εκδοθεί σε μετάφρασή του επιλογή ποιημάτων του σημαντικού σύγχρονου βούλγαρου ποιητή Λιουμπομίρ Λέβτσεβ, με τίτλο "Στιχοράματα" εκδ. "Mανδραγόρας" (2004) και το μυθιστόρημα του Γκεόργκι Γρόζντεβ "Το πλιάτσικο" "Mανδραγόρας" (2008). Tέλος έχει γράψει τα θεατρικά μονόπρακτα: "H έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται" (1984) και "Tο ασανσέρ" (1986) τα οποία ανέβηκαν από το ΔH.ΠE.ΘE. Kομοτηνής το 2003 με το γενικό τίτλο "Σκούρο μαύρο σχεδόν λευκό", σε σκηνοθεσία Hλία Φραγκάκη. Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης συνεργάζεται με πολλά περιοδικά και μεταφράζει συστηματικά βούλγαρους ποιητές στα ελληνικά και έλληνες ποιητές στα βουλγαρικά.


Εκδόσεις: "Ελληνικά Γράμματα"
Αριθμός Σελίδων: 336
Τιμή: 16,00€

25 Φεβ 2009

Πριν 200 χρόνια γεννήθηκε ο "πατέρας" της αναρχίας...


"Να σε κυβερνούν σημαίνει να σε επιβλέπουν, να σε επιθεωρούν, να σε κατασκοπεύουν,να σε διευθύνουν, να σε νομιμοποιούν, να σε αριθμίζουν, να σε ρυθμίζουν, να σε ομαδοποιούν, να σε κανοναρχούν να σε νουθετούν, να σε σταθμίζουν, να σε πιστοποιούν, να σε προϋπολογίζουν, να σε αξιολογούν, να σε λογοκρίνουν και να σε διατάζουν άτομα που ούτε έχουν το δικαίωμα, ούτε τη σοφία, ούτε την ικανότητα για να τα κάνουν όλα αυτά. Αυτό θα πει κυβέρνηση. Αυτό είναι το δίκαιο της. Αυτή είναι η ηθική της."


Μεγάλε Προυντόν, πόσο εύστοχα έκανες την ουτοπία πραγματικότητα.


Το ποστ αφιερώνεται στη μνήμη του Pierrre-Joseph Proudhon (15/1/1809-19/1/1865), με την ευκαιρία της συμπλήρωσης φέτος, 200 ετών από τη γέννηση του.

8 Σεπ 2008

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ: Ένας "σκαπανέας" της Ιστορίας, του Πολιτισμού και της Τέχνης.



Σήμερα, συμπληρώθηκαν οκτώ χρόνια που ο Βασίλης Ραφαηλίδης μας "άφησε". Ο άνθρωπος που μας έμαθε να ψάχνουμε την ιστορία αυτού του τόπου που ζούμε και να μην δεχόμαστε να μας σερβίρουν κουτόχορτο αντί για την πραγματική γνώση. Απέδειξε με επιχειρήματα, το πόσο σχέση έχουν οι Νεοέλληνες με τους αρχαίους Έλληνες (δυστυχώς ή ευτυχώς, σχεδόν καμμία) και επειδή , όντας πάντα αντιδραστικός, δεν ήθελε να "χαϊδεύει" αυτιά, όπως συχνά έλεγε, κατηγορήθηκε από πολλούς για την στάση του να είναι αυθόρμητος και να λέει πάντα αυτό που πίστευε. Χειμαρρώδης στο λόγο του, αιχμηρός στη κριτική του, αθυρόστομος, ασουλούπωτος στην εμφάνιση γιατί δεν του άρεσαν τα φτιασιδώματα, λάτρης του γυναικείου φύλου, αλλά ποτέ γλοιώδης, έκανε πολλούς εχθρούς αλλά και πολλούς φίλους. Αξέχαστες οι ραδιοφωνικές εκπομπές με τον δημοσιογράφο -πολύ πιο "σοβαρό" τότε- Μάκη Τριανταφυλλόπουλο, στον ΩΧ FM, καθώς και οι τηλεοπτικές του "κόντρες" με πολλούς. Ακόμα θυμάμαι, με υπερηφάνια είναι αλήθεια, εκεί γύρω στις αρχές του '90, όπου σε μια συνάντηση μας με συνδαιτημόνα μας τον Τριανταφυλλόπουλο, γύρισε κάποια στιγμή, και δείχνοντας εμένα του είπε: "ο νεαρός εδώ μου έχει κάνει την σωστότερη κριτική που έχω ακούσει για το άτομο μου".

Να 'σαι καλά κύριε Βασίλη όπου και να' σαι γιατί αν είσουν εδώ, θα γέλαγες πάλι με τα ψέματα των πολιτικών μας.



Ακολουθεί ένα μικρό βιογραφικό, η βιβλιογραφία του και μία τηλεοπτική του "κόντρα", επίκαιρη της εποχής μας:





Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε το 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης και πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 2000. Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο και δούλεψε σαν βοηθός του Ν. Κούνδουρου και του Ρ. Μανθούλη. Το 1964-65 βρέθηκε στην Αλγερία κοντά στον Μιχάλη Ράπτη. Έγινε επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός στη Δημοκρατική Αλλαγή (1965). Συμμετείχε στην εκδοτική ομάδα των περιοδικών Ελληνικός Κινηματογράφος (1966) και Σύγχρονος Κινηματογράφος (1968). Εργάστηκε σαν κινηματογραφικός κριτικός και ρεπόρτερ στο Βήμα (1974-1983) και στο Έθνος (1983-1998) σαν κινηματογραφικός κριτικός, σχολιογράφος και επιφυλλιδογράφος. Επιφυλλίδες ήταν και οι τελευταίες του δημοσιεύσεις στην Ελευθεροτυπία. Το βλέμμα του ποιητή
12 μαθήματα για τον κινηματογράφο
Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας
Κινηματογραφικά θέματα VI
Κινηματογραφικά θέματα V
Κινηματογραφικά θέματα IV
Κινηματογραφικά θέματα ΙΙΙ (1985-86)
Κινηματογραφικά θέματα ΙΙ
Κινηματογραφικά θέματα I
Φιλμοκατασκευή
Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους
Λαοί της Ευρώπης
Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο
Οι λαοί των Βαλκανίων
Μυθ-ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων
Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι
Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα
20 κείμενα για 127 αιρέσεις
Οι λαοί της Μέσης Ανατολής
Πέρα από τον κινηματογράφο Ι
Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού
Είκοσι ένα κείμενα για τη Μαλβίνα
Στοιχειώδης αισθητική
Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου
Καπιταλισμός. Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας
ʼραβες
Λεξικό ταινιών Ι (Α - Μ)
Λεξικό ταινιών ΙΙΙ (Ελληνικός κινηματογράφος)
Ταξίδι στο μύθο
Πέρα από τον κινηματογράφο ΙΙ
Λεξικό ταινιών ΙΙ (Ν-Ω)
Το μοντάζ
Η μυθική ιστορία των Εβραίων



http://www.youtube.com/watch?v=IFt2R45Jghc

2 Σεπ 2008

"ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑ": Το βιβλίο που λέει ωμά την αλήθεια!...


Διάβασα πρόσφατα ένα ενδιαφέρον ιστορικό βιβλίο με μυθιστορικό ύφος. Ο τρόπος γραφής του Βασίλη Τζανακάρη είναι αρκετά καλός. Αυτό όμως που έχει πολύ σημασία είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας παραθέτει τα γεγονότα, πράγμα που καθιστά το έργο του πολύ χρήσιμο για τις γενιές που δεν γνώρισαν την συγκεκριμένη εποχή. Θεωρώ ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πολύ προσεκτική δουλειά που βγήκε μετά από κοπιαστική αναζήτηση όλων σχεδόν των υπάρχουσων πηγών. Κατά την ταπεινή μου άποψη σε ένα τεράστιο θέμα που αφορά τον Ελληνισμό και πολλά έχουν ειπωθεί αλλά και γραφτεί, στη παρούσα "πρόταση" υπάρχουν ιστορικές αλήθειες. Αναζητήστε τις σε αυτό το βιβλίο.

1919-1922: Τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα
Aπό τις αστραφτερές αίθουσες των Bερσαλιών και το "Παρίσι της ελπίδας" στα ματωμένα χώματα της Mικράς Aσίας, από τη Σμύρνη, την Kωνσταντινούπολη, το Eσκί Σεχίρ, το Aφιόν Kαραχισάρ, την Aλμυρά 'Eρημο και τον Σαγγάριο στην άγνωστη Eλλάδα της καθημερινότητας, της ξεγνοιασιάς, του μεροκάματου, της ανέχειας, της ελπίδας. Aπό τα "ωσαννά" και το "ευλογημένος ο ερχόμενος" στην εναγώνια κραυγή "Γιουνανλάρ γκελίορλαρ" (έρχονται οι 'Eλληνες) και από την τελευταία λειτουργία του Xρυσόστομου στην οδοιπορούσα ρωμιοσύνη της προσφυγιάς. Tο έπος της Mικρασιατικής εκστρατείας και ο ακάνθινος στέφανος των ξεριζωμένων μέχρι τη Nέμεση των ανθρώπων και της ιστορίας. Mε πρωταγωνιστές ματωμένα πιόνια στα δάχτυλα της ειμαρμένης: Βενιζέλος, Αλέξανδρος, Κωνσταντίνος, Γούναρης, Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής, Θεοτόκης, Στράτος, Χατζανέστης, Παρασκευόπουλος, Παπούλας, Πλαστήρας, Πάγκαλος, Χρυσόστομος, Αριστείδης Στεργιάδης κ.ά. 'Eνα βιβλίο που διαβάζεται με κομμένη την ανάσα καθώς τα συγκλονιστικά γεγονότα τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα. Tι έκαναν οι 'Eλληνες για να θέλουν με τόσο μίσος να πάρουν πίσω το αίμα τους οι Tούρκοι; Tι πραγματικά γινόταν στην παραλία της Σμύρνης εκείνη τη μέρα της φωτιάς και του θανάτου; Kαι τι μάθαιναν για όλα αυτά οι άνθρωποι στην Eλλάδα; Η έκδοση συμπληρώνεται από σπάνιες φωτογραφίες της μικρασιατικής εκστρατείας του σερραίου φωτογράφου Σεραφείμ Β. Σεραφείμ από το αρχείο του περιοδικού "Γιατί".
Συγγραφέας: Τζανακάρης, Βασίλης Ι. Έκδοση: Μεταίχμιο, 2007Σελίδες: 746Τιμή Εκδότη: € 30

16 Μαΐ 2008

Ένα πολύ όμορφο βιβλίο γεμάτο συναισθήματα!...


Διαβάζοντας το πριν λίγο καιρό, ένοιωσα έκπληξη αλλά συγχρόνως και πολύ ευχάριστα που ένας συγγραφέας με τον οποίο έχω "συμφωνήσει" σε πολλά, έγραψε κάτι το τόσο γλυκό με το οποίο βρέθηκε στην επικαιρότητα.
Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που χρησιμοποιεί ο Τζόναθαν Κόου στο νέο του μυθιστόρημα «Σαν τη βροχή πριν πέσει» (εκδόσεις Πόλις) είναι τελείως διαφορετικοί από εκείνους που οι φανατικοί αναγνώστες του διέκριναν στα προηγούμενα βιβλία του: η καυστική σάτιρα που επιφύλασσε στον θατσερισμό και την εποχή Μπλερ μπαίνουν στο περιθώριο.
Ο συναισθηματικός κόσμος των γυναικών, οι αναζητήσεις τους -στο πλαίσιο μιας οικογένειας κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα- γίνονται το σημείο εστίασης για τον 46χρονο συγγραφέα. Η Ρόζαμοντ, μια ηλικιωμένη λεσβία με μεγάλα αποθέματα μητρικής αγάπης, διηγείται σε μαγνητόφωνο την τραγική ιστορία μανάδων που απορρίπτουν ή κακοποιούν τα παιδιά τους. - Οι ηρωίδες σας είναι ολοζώντανες. Αυτό προϋποθέτει τη δική σας προσπάθεια να γράψετε έχοντας κατά νου τον γυναικείο ψυχισμό. Πόσο λοιπόν σας δυσκόλεψαν οι γυναίκες;...«Ζω σ' ένα σπίτι περικυκλωμένος από μια σύζυγο και δύο κόρες. Αρα, όντως, οι γυναίκες με δυσκολεύουν πολύ! Ο αέρας που αναπνέω στην προσωπική μου ζωή είναι θηλυκού γένους, οπότε θα ήταν απορίας άξιο και απογοητευτικό εάν δεν είχα πλήρη εικόνα του γυναικείου ψυχισμού. Που, οπωσδήποτε, δεν νομίζω ότι διαφέρει από τον ανδρικό, όσο κι αν οι άνθρωποι ζητούν κάτι τέτοιο. Γενικά, προτιμώ τη γυναικεία συντροφιά διότι συζητούν για πράγματα που μ' ενδιαφέρουν (φιλία, σχέσεις, οικογένεια, έρωτας) παρά για πράγματα που βαριέμαι (ποδοσφαιρικά και κομπιούτερ, κυρίως). Δεν εννοώ ότι είμαι κανενός είδους φεμινιστής, είναι μόνον μια δήλωση προτιμήσεών μου».- Θα ήθελα να εστιάσουμε στο ζήτημα της κακοποίησης παιδιών. Είναι φαινόμενο σε έξαρση στις δυτικές κοινωνίες...«Πολύ αμφιβάλλω εάν πρόκειται για φαινόμενο σε έξαρση. Βεβαίως, δημοσιοποιείται περισσότερο και προκαλεί απορίες με τις προεκτάσεις του. Τι άλλο μπορείς να πεις, πέρα από το να το αποδοκιμάσεις ως μια από τις χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης; Το θέμα είναι ότι εάν κάποιος νιώθει λίγο ή πολύ δυνατός στη ζωή του, θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει όση δύναμη διαθέτει πάνω σε οποιονδήποτε κρίνει πιο αδύναμο από αυτόν. Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι αποκτούν βασίλειο ή γίνονται δικτάτορες μέσα στην οικογένεια, στα παιδιά τους που είναι έρμαιά τους. Δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου τίποτε πιο συγκλονιστικό από αυτή την κατάσταση - παγιδευμένοι άνθρωποι στα όρια τέτοιων οικογενειών, σ' ένα ιδιωτικό κατεστημένο που κανένας από τον έξω κόσμο δεν έχει ιδέα τι γίνεται εκεί μέσα».- Μου κάνει εντύπωση η λεσβία ηρωίδα σας, η οποία εκφράζει τα μητρικά της ένστικτα, προσφέρει αγάπη με τον πιο τρυφερό τρόπο.
«Το μητρικό ένστικτο δεν περιορίζεται μόνο σε ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Δύο από τις καλύτερες μανάδες που γνωρίζω είναι λεσβίες. Ελπίζω να γίνεται σαφές ότι η Ρόζαμοντ, σε αντίθεση με την Μπέατριξ, έχει μια τρομακτική ικανότητα να αγαπάει, τόσο στις σχέσεις της με ενήλικες όσο και με παιδιά. Το γεγονός ότι η σεξουαλική της ταυτότητα δυσκολεύει συνεχώς αυτή την ικανότητα αποτελεί τη δική της πραγματική τραγωδία. Το μυθιστόρημά μου δεν είναι, όπως κάποιοι υπαινίσσονται, ένα βίβλιο "γύρω από" την ομοφυλοφιλία -όχι περισσότερο απ' ό,τι είναι το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" γύρω από την ετεροφυλοφιλία. Ομως, ήθελα να δείξω με τον πιο διαυγή τρόπο ότι η ικανότητα του ανθρώπου να έχει αισθήματα και σοβαρή υπόσταση ως ύπαρξη δεν σχετίζεται καθόλου με τις σεξουαλικές του επιλογές».- Οι εξοικειωμένοι αναγνώστες θεωρούν τη γραφή σας απλή όσο και πνευματώδη. Σ' αυτό το βιβλίο διεισδύετε -με ξεχωριστό τρόπο- σ' ένα τόσο δύσκολο θέμα...«Δεν θέλω να περιορίζομαι σ' ένα συγκεκριμένο στιλ γραφής. Πάντοτε υπάρχουν σοβαρά ή μελαγχολικά στοιχεία σε κάθε βιβλίο μου, ακόμη και στα πιο χιουμοριστικά. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισα να τα φέρω στο προσκήνιο. Για να χρησιμοποιήσω ένα ικανοποιητικό παράδειγμα, κανένας δεν θεωρεί παράξενο το γεγονός ότι ο Σέξπιρ έγραψε τόσο την "Κωμωδία των παρεξηγήσεων" όσο και τον "Βασιλιά Λιρ". 'Η, για να κάνω μια πιο σύγχρονη σύγκριση, κάθε τόσο ο Γούντι Αλεν αποφασίζει να γυρίσει ένα δράμα ανάμεσα στις συνήθεις κωμικές ταινίες του. Νομίζω ότι έρχεται η στιγμή που οφείλεις να κόψεις τα αστεία και να γίνεις πιο σοβαρός».- Μήπως σκέφτεστε να προχωρήσετε σε επόμενα μυθιστορήματα χωρίς τον γνώριμο εύθυμο χαρακτήρα των προηγουμένων;«Οχι. Απλώς η ευθυμία δεν ταίριαζε στη συγκεκριμένη ιστορία. Γράφω για μια ετοιμοθάνατη γυναίκα, απομονωμένη στο σπίτι της, που ηχογραφεί τη φωνή της σ' ένα μαγνητόφωνο περιγράφοντας δραματικά γεγονότα τα οποία κατέστρεψαν τις ζωές διαφορετικών ανθρώπων. Δεν μου φαινόταν ότι "χωρούσε" το χιούμορ σ' όλα αυτά. Ωστόσο δεν έχω χάσει αυτή την αίσθηση, παρά μόνον προσωρινά...».- Το βιβλίο δεν έχει πολιτικά σχόλια, αλλά επικεντρώνεται στην ατομική και τη συλλογική πραγματικότητα. Ηταν μια προμελετημένη προσπάθεια διαφορετικού σχολιασμού αυτού του δίπολου;«Τα τρία από τα τέσσερα τελευταία βιβλία μου περιέχουν άφθονη πολιτική: τα έχω σχεδιάσει πάνω σε μια μεγάλη, πανοραμική κλίμακα. Δεν θεωρώ αυτό το βιβλίο εντελώς διαφοροποιημένο, απλώς λίγο μικρότερο και πιο υπαινικτικό. Τέλος πάντων, όσοι το θελήσουν θα βρουν πολιτικές αναφορές μέσα στο βιβλίο. Εξάλλου, τι άλλο θα μπορούσε να είναι πολιτικό θέμα αν όχι η δυναμική των σχέσεων που αναπτύσσεται μέσα σε μια οικογένεια; Είτε η άσκηση τυραννίας από έναν γονιό στο αδύναμο παιδί; Η ιστορία που περιγράφω περιέχει αδικίες πολιτικής υφής όσο τίποτε άλλο».- Πώς βλέπετε τη μετά Μπλερ εποχή στη Βρετανία; Ολοι περιμένουμε την επόμενη ημέρα από τον Γκόρντον Μπράουν...«Ο νέος πρωθυπουργός είναι δημοφιλής προς το παρόν: τόσο δημοφιλής στις δημοσκοπήσεις ώστε να φαίνεται πως σύντομα θα πάει για εκλογές και πιθανόν να τις κερδίσει. Νομίζω ότι οι Βρετανοί χαλαρώνουν αφότου απαλλάχθηκαν από τον Μπλερ, με την ξεσηκωτική μεσσιανική του ρητορική και την αμετακίνητη αυτοπεποίθησή του που τον οδήγησε σε μερικές πολύ κακές αποφάσεις (όπως η εισβολή στο Ιράκ). Επίσης, τα δύο αντίπαλα κόμματα, οι Συντηρητικοί και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, βρίσκονται σε πλήρη απαξίωση: οι μεν δεν έχουν ιδέα για το ποια πολιτική να ακολουθήσουν, οι δε έχουν καλή πολιτική αντίληψη αλλά με έναν απολύτως μη χαρισματικό αρχηγό...».- Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την αγγλική του έκδοση, κάτι που πριν από μερικά χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητο. Νιώθετε ότι η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη εξελίσσεται διαφορετικά τώρα πια; Δεν είναι εύκολο να σκέφτεσαι, να προσέχεις τους αναγνώστες σου απ' οπουδήποτε στον κόσμο κι αν προέρχονται...«Φυσικά και προσέχω τους αναγνώστες μου απ' όλο τον κόσμο -και ειδικά τους Ελληνες, οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί στα βιβλία μου με τόση θέρμη. Αυτό σημαίνει πολλά για μένα αλλά, ταυτόχρονα, δεν σκέφτομαι κανέναν όταν γράφω. Στην πραγματικότητα, δεν μου αρέσει η ιδέα του συγγραφέα τόσο "κοντά" στο κοινό του. Η τυπωμένη σελίδα επιβάλλει μια συγκεκριμένη απόσταση μεταξύ τους κι αυτό είναι πολύ σημαντικό να διατηρηθεί».- Αυτό όμως δεν συμβαίνει συχνά πια: όλο και περισσότεροι συγγραφείς συνομιλούν με τους αναγνώστες τους στα ιστολόγια...«Γνωρίζω συγγραφείς που μπλογκάρουν καθημερινά, ζητούν σχόλια στις ιστοσελίδες τους κ.λπ. Αλλά δεν θεωρώ υγιή αυτόν τον οικείο διάλογο. Σ' αυτή την περίπτωση, το μυθιστόρημα γίνεται ενδιάμεσο της σχέσης μεταξύ συγγραφέα-αναγνώστη, η συγγραφική πράξη σμικρύνεται, γίνεται ακόμη πιο ασήμαντη. Και κάπως απρόθυμα, συμφωνώ για συνεντεύξεις και δημόσιες εμφανίσεις, για λόγους προβολής. Θα προτιμούσα να δώσω έμφαση στο ότι τα μοναδικά, αληθινά κι αξιομνημόνευτα μηνύματα προς τους αναγνώστες μου υπάρχουν μέσα στα μυθιστορήματά μου, πουθενά αλλού».
Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 06/10/2007

20 Φεβ 2008

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΟΑ, ένας μεγάλος συγγραφέας του 20ου αιώνα και οι κλεμμένες αλήθειες του...


"Από παιδί είχα τη τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν πλαστό κόσμο, να περιτριγυρίζομαι από φίλους και γνωστούς που δεν υπήρξαν ποτέ...". Κουβέντες που έχει πει ο εξαίρετος Πορτογάλος ποιητής και πεζογράφος Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935). Η πάλι: "Εγώ είμαι το alter ego μου". Κουβέντες σαν κι αυτές περιέχονται σε ένα θαυμάσιο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου και που σας συστήνω να διαβάσετε. Ένα βιβλίο με πολύ σημαντικά και βαθιά νοήματα για τη ζωή, γραμμένο όμως, σε μια γλώσσα πολύ κατανοητή.
Ο Φ.Πεσσόα εξέδωσε ελάχιστα γραπτά, ενώ πεθαίνοντας άφησε χιλιάδες χειρόγραφα! Πολλοί και μάλιστα διάσημοι συγγραφείς εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, ώστε να παρουσιάσουν πολλά από αυτά ως δικά τους. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του '80 -χάρη στον Ιταλό καθηγητή λογοτεχνίας Αντόνιο Ταμπούκι- για να ενταχθεί το έργο του Πεσσόα στο πάνθεον των πρωτοποριών της Ευρώπης. "Ατάκες" που μας άφησε ο Πορτογάλος κρυφοομοφυλόφιλος συγγραφέας, πολλές. Δείτε μερικές:
"Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια".
"Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας".
"Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται".
"Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια".
"Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις".
Όταν το 1935 πέθανε διαλυμένος από το ποτό σε ηλικία 47 ετών, βρέθηκε στο σπίτι του ένα μπαούλο με 27.453 χειρόγραφα, από τα οποία ένα μεγάλο μέρος μένει ακόμη να μελετηθεί και να εκδοθεί, επιφυλάσσοντας ενδεχομένως και άλλες εκπλήξεις στους επιμελητές. Ο Πεσσόα πέθανε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, όμως ο πορτογαλικός λαός άργησε να αναγνωρίσει στα πολλά του πρόσωπα το συγγραφέα που εκφράζει τους πόθους του και τις αγωνίες του και να τον τιμήσει σαν τον εθνικό του ποιητή.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:
Από τα δοκίμια που ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει κατά καιρούς γράψει, στο ελληνικό κοινό είναι γνωστό μόνο το δοκίμιο Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα γύρω από την ευθύνη των διανοουμένων. Ο Ταμπούκι υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής Πορτογαλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Σιένα, και στην ιβηρική λογοτεχνία έχει αφιερώσει πολλές μελέτες, κυρίως για τη μπαρόκ και τη σύγχρονη εποχή. Μεταξύ άλλων υπήρξε ένας από τους πρώτους μελετητές του Φερνάντο Πεσσόα, του οποίου το έργο μετάφρασε, μόνος ή με τη σύζυγό του Μαρία Ζοζέ ντε Λανκάστρε, ήδη από το 1970, όταν στην Ευρώπη ο μεγάλος Πορτογάλος ποιητής ήταν ακόμα άγνωστος.Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει τα γραπτά που ο Ταμπούκι αφιέρωσε στον ποιητή αυτόν που σήμερα θεωρείται μια από τις ιδιοφυϊες της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Τα γραπτά αυτά ανήκουν σε δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους -τα τελευταία είναι από ένα βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει μόνο στα γαλλικά, και ανήκουν σε μια περίοδο όπου ο Ταμπούκι δίδαξε σε ένα Πανεπιστήμιο του Παρισιού.
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

15 Φεβ 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ανήκε σε σπάνιο είδος ομορφιάς πνεύματος και πολιτισμού...


Ναι, είναι αλήθεια. Άνθρωποι με τέτοιο πνεύμα, με τέτοιο ήθος, με τέτοια στάση απέναντι στον πολιτισμό γεννιούνται σπάνια. Ως τον Φεβρουάριο του 1985, στις 16, που έφυγε απροσδόκητα στα 58 του χρόνια, μετά μια «εγχείρηση ρουτίνας» για προστάτη, ο Γιώργος Ιωάννου είχε αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο ουσιαστικούς και ενδιαφέροντες σύγχρονους Ελληνες συγγραφείς, αν όχι ο πιο ενδιαφέρων από τους ζώντες, αλλά και ως μια από τις ερεθιστικές εκείνες προσωπικότητες που ο λόγος και η δημόσια παρουσία τους, η «παρέμβασή» τους στα κοινά, προσελκύει εξίσου ευρύτερο κοινό και «σοφιστές». Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε στο γένος εκείνο που ήδη τότε άρχιζε να σπανίζει, αν και δεν είχαν φύγει ακόμα ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Κουν, ο Ανδρόνικος, ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Κακριδής...
Χρονολόγιο:
1927, 20 Νοεμβρίου: Γεννιέται ο πεζογράφος, ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος Γιώργος Ιωάννου (αρχικά Σορολόπης) στη Θεσσαλονίκη, που αγάπησε όσο τίποτα στη ζωή του. Οι γονείς του πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Νεώτερα αδέλφια: Δήμητρα, Χριστόδουλος (Λάκης) και Θεοδωράκης. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στη Θεσσαλονίκη.
Σχολ. Eτος 1937-38: Εισάγεται στο οκτατάξιο Γυμνάσιο.
1940: Μόλις μπαίνει στην εφηβεία ξεσπάει ο πόλεμος που αναστατώνει τα πάντα κι αλλάζει τη ζωή του μικρού Γιώργου.
Νοέμβριος 1940 - Μάρτιος 1941: Με τα αδέλφια του και τη γιαγιά του καταφεύγουν στα Πετροκέρασα Χαλκιδικής για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Κατόπιν μένουν για λίγους μήνες στην Αθήνα.
1943, Νοέμβριος: Σε ηλικία 16 ετών αρχίζει να γράφει ημερολόγιο. Αποτυπώνει τη μαυρίλα της εποχής. Η πείνα, οι εξευτελισμοί, οι εκτελέσεις και, κυρίως, το ξεκλήρισμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης θα αφήσουν στην ψυχή του ανεξίτηλα ίχνη και μια πικρή γεύση. Πολύ συχνά στα λόγια του και στα κείμενά του έρχονται και ξαναέρχονται οι εφιαλτικές εικόνες εκείνης της περιόδου. Η τραγωδία των Εβραίων τον συνταράσσει.
Από το 1943 η οικογένεια ζει στο σπίτι της οδού Ιουστινιανού 14 (Πλατεία Δικαστηρίων) που κατεδαφίστηκε μετά τους σεισμούς του 1978. Με τα κατοχικά συσσίτια εντάσσεται στον κόσμο των κατηχητικών σχολείων.
1944, Κυριακή 26 Μαρτίου: Αίτηση εγγραφής στη Χριστιανική Οργάνωση «Αδελφοσύνη». Απότομα σταματάει να γράφει ημερολόγιο.
1946: Γεννιέται ο αδελφός του Θεοδωράκης.
1946/1947: Τελειώνει το 3ο Γυμνάσιο Αρρένων. Εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκείνη την περίοδο «ανακαλύπτει» τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Eλιοτ. Το περιοδικό που τον εισάγει στη Λογοτεχνία είναι η Αγγλοελληνική Επιθεώρηση.
1948: Αποχωρεί από τη Χριστιανική Kίνηση.
1950: Αποφοιτά από το Ιστορικό - Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής.
1951, Ιανουάριος: Υπηρετεί τη θητεία του ως δεκανέας του πυροβολικού.
1953, Καλοκαίρι: Απολύεται.
1953/1954: Διδάσκει για λίγο καιρό ως φιλόλογος στο Ιδιωτικό Σχολείο του Γ. Ψιχούλα στο Γιδά (Αλεξάνδρεια) Ημαθίας.
1954, Μάρτιος: Καταθέτει το όνομά του στην «τράπεζα του πνεύματος». Τυπώνει το πρώτο βιβλίο του «Ηλιοτρόπια» με 11 ολιγόστιχα ποιήματα.
1954: Συνδέεται φιλικά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Γνωρίζεται με τους Γ. Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Π. Σπανδωνίδη, Ζωή Καρέλλη, Ν. Πεντζίκη, Γ. Κιτσόπουλο, Γ. Βαφόπουλο. Στην Αθήνα γνωρίζεται με τους Νίκο Καρούζο, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Μίλτο Σαχτούρη, Νίκο Φωκά, Τάκη Σινόπουλο, Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Χριστοδούλου.
1954, 20 Αυγούστου: Ορκίζεται ως βοηθός στην τακτική έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
1955, 15 Φεβρουαρίου: Αλλάζει το επώνυμό του σε Ιωάννου με την υπ' αριθμ. 2823/15-2-1955 απόφαση του Υπουργού Γενικού Διοικητού Βορείου Ελλάδος. «Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου «Ιωάννης» κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω». (Φυλλάδιο 5-6, Θύσανοι σελ. 71).
1955, 15 Σεπτεμβρίου: Νιώθει να τον καταπιέζει η προοπτική μιας ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας και παραιτείται από το Πανεπιστήμιο. Στη συνέχεια διδάσκει στο Κολλέγιο Αθηνών (Ψυχικό) για έναν περίπου χρόνο. Κατόπιν επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. «Δεν μπορούσα να υποφέρω τη μουχλιασμένη ζωή ενός βοηθού. Oτι ετόλμησα να φύγω ήταν σταθμός στη ζωή μου». («Iχνευτής», Μάρτιος 1985, τ.1, σελ. 7).
1957, Σεπτέμβριος: Διδάσκει σε επαρχιακό ιδιωτικό σχολείο στα Τρίκαλα.
Σχολ. Eτος 1958-59: Διδάσκει σε σχολείο στη Λάρισα. Συμμετέχει με το συνθετικό ποίημα «Η συμφωνία των Λύκων» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης. Του απονέμεται βραβείο.
1958: Εκδίδεται το λογοτεχνικό περιοδικό «Διαγώνιος». Ο Ιωάννου θα παραμείνει τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1965.
1959, Φθινόπωρο: Επιστρέφει στην Αθήνα. Διδάσκει πάλι σε ιδιωτικό γυμνάσιο.
1960, Σεπτέμβριος: Διορίζεται στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Τοποθετείται ως φιλόλογος στο Καστρί Κυνουρίας, ένα ειδυλλιακό χωριό της ορεινής Πελοποννήσου.
1961, Σεπτέμβριος: Αρχίζει να γράφει τα πρώτα του πεζά: «Οι κότες», «Τα λαϊκά σινεμά», «Ο φόβος του ύψους».
1961, 10 Νοεμβρίου: Σαλπάρει για τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου φτάνει ως αποσπασμένος καθηγητής. Εκεί ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο.
1962, 26 Μαΐου: Πεθαίνει ο πατέρας του Ιωάννης.
1963: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» η δεύτερη ποιητική του συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Λήγει η απόσπασή του στη Λιβύη. Επιστρέφει στην Κυνουρία. Μαζί με μαθητές συλλέγει δημοτικά τραγούδια της περιοχής και τα κυκλοφορεί σε μικρό, πολυγραφημένο τεύχος με τον τίτλο «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας».
1964, 25 Αυγούστου: Πεθαίνει ο μικρότερος αδελφός του Θεοδωράκης σε ηλικία 18 ετών. Πονάει: «Eνα προικισμένο παιδί που είχε ζωγραφικό ταλέντο. Hτανε πιθανώς το πιο αξιόλογο μέλος της οικογένειάς μας αυτό». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 5).
1964: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» το πρώτο βιβλίο του με πεζά «Για ένα φιλότιμο». Εξομολογείται: «Συχνά σηκωνόσουν μες στα άγρια μεσάνυχτα, όχι μόνο για να σημειώσεις κάτι, αλλά και για να ξαναδιαβάσεις εκείνο ή το άλλο σημείο, να δεις πώς ακούγεται, πώς σου φαίνεται σχεδόν μέσα στον ύπνο, μέσα στον ύπνο και στον ξύπνο, μέσα στην απόλυτη σιγή, καθώς το πρόφερες. Και τα έκαμνες αυτά, γιατί πιστεύεις πως την ουσία των πραγμάτων - και τα κείμενα πράγματα είναι - δεν την αγγίζουμε μόνο σε κατάσταση νηφαλιότητας, αλλά και ύπνου και μισοΰπνου και μεθυσιού και πόνου και πόθου». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 229). Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Κασσάνδρας Χαλκιδικής.
1965: Δημοσιεύονται στο περιοδικό «Διαγώνιος» τα «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», επιλογή από την έκδοση του 1963. Κυκλοφορούν και σε ανάτυπο. Γνωρίζεται με τους Στρατή Τσίρκα, Στρατή Δούκα, Γιώργο και Λένα Σαββίδη. Διακόπτει τις φιλικές του σχέσεις με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Αποχωρεί από τη Διαγώνιο.
1966: Πιστεύει πάντα πως «η νεοελληνική ψυχή διψάει για την παράδοση». Εκδίδει στην Αθήνα τη συλλογή «Τα δημοτικά μας τραγούδια». Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Η δυνατή αγάπη του για τη λαϊκή παράδοση συνεχίζεται με την έκδοση της συλλογής «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού».
1967: Δημοσιεύει στον Ταχυδρόμο (18/3/67) τη μετάφραση της Ιφιγένειας εν Ταύροις του Ευριπίδη. Επισημαίνει: «Με τη δικτατορία σταματήσατε οι πιο πολλοί συγγραφείς να εκδίδετε βιβλία, επειδή είχατε χάσει τη διάθεσή σας, αλλά και δεν θέλατε να τα προσκομίσετε στη λογοκρισία για έγκριση». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 236).
1969: Κυκλοφορεί σε βιβλίο η μετάφρασή του της τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις». Ομολογεί: «Εγώ δεν έγινα φιλόλογος, γιατί εκεί επέτυχα. Αλλά από πολλή αγάπη προς τους Αρχαίους Eλληνες συγγραφείς, γενικά προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και με την πάροδο του χρόνου και με τις σπουδές, τους αγάπησα ακόμη περισσότερο». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 11).
1969, 21 Φεβρουαρίου: Σε εκδήλωση στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, συναντάει τον ποιητή της θάλασσας Νίκο Καββαδία, τους Μάριο Χάκκα, Γιάννη Δάλλα, Μένη Κουμανταρέα, Στρατή Τσίρκα, Τάκη Σινόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Στέλλα Μαραγκουδάκη, Αλέξανδρο Αργυρίου.
1970: Εκδίδει τη συλλογή «Παραλογές», ένα ακόμα βιβλίο με λαογραφικό υλικό.
1971, Σεπτέμβριος: Μετατίθεται στην Αθήνα. Μένει στο σπίτι της Αρλέτας, Δεληγιάννη 3, Εξάρχεια ή Μουσείο. Hταν το πνευματικό του εργαστήρι. Αποκαλύπτει: «Εγώ θέλω να ζω στο επίκεντρο των μεγαλουπόλεων, και κατά προτίμηση της Αθήνας, γιατί εκεί μπορώ να είμαι πραγματικά μόνος και να μην κουρελιάζομαι από τη μοναξιά». (Φυλλάδιο 3-4, Eνας τωρινός λογοτέχνης στο κλεινόν άστυ, σελ. 43). Εργάζεται σε Γυμνάσιο και έπειτα στο υπουργείο Παιδείας. Κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Σαρκοφάγος».
Αρχίζει να τυπώνεται «ο Καραγκιόζης», μια τρίτομη συλλογή έργων του ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Η έκδοση ολοκληρώνεται το 1972. Γράφει: «Κουράστηκες πολύ με τον καραγκιόζη. Κάθισες και αντέγραψες με το χέρι όλα τα κείμενα - εκατοντάδες σελίδες. Η μανία σου να φτιάχνεις με το χέρι τα κείμενά σου για να τα βλέπεις ταχτοποιημένα. Η γραφομηχανή δεν σου επιτρέπει να ζωγραφίσεις τη λέξη, να μετάσχεις και με τις κινήσεις σου στην ανάκλησή της». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν σελ. 242-243).
1973: Εκδίδεται η συλλογή «Παραμύθια του λαού μας». Κυκλοφορεί με τον τίτλο «Τα χίλια δέντρα και κάποια άλλα ποιήματα, 1954-1963», συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του.
1974, Aνοιξη: Κυκλοφορεί «Η μόνη κληρονομιά», βιβλίο με διηγήματα. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Δοκιμασία» το κείμενο «Μια μικρή επέτειος» για την 20χρονη παρουσία του στα γράμματα. Μετά τη μεταπολίτευση είναι βασικό μέλος της επιτροπής του υπουργείου Παιδείας που ετοιμάζει το «Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου» και ο εισηγητής των περισσότερων νέων κειμένων που μπήκαν το 1975 στα νεοελληνικά αναγνώσματα της Μέσης Εκπαίδευσης.
1976: Εκδίδεται από το υπουργείο Παιδείας έως το 1981, υπό τη διεύθυνση του φιλολόγου Κ. Ν. Παπανικολάου, το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά». Ο Ιωάννου είναι ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του και υπεύθυνος της στήλης «το ταχυδρομείο μας» με τους μαθητές, σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του. Εκδίδει συγκεντρωμένα τα πεζογραφήματά του σε έναν τόμο με τίτλο: «Πεζογραφήματα» από τις εκδόσεις Ερμής.
1977: Αντιδρά έντονα με δημοσιεύματα για το περιεχόμενο διάλεξης του καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη.
1978: Τυπώνεται «Το δικό μας αίμα», συλλογή πεζογραφημάτων για τη Θεσσαλονίκη που είχαν πρωτοδημοσιευθεί στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Αρχίζει να εκδίδεται το Φυλλάδιο (1, 2), περιοδικό πνευματικής ζωής. Το γράφει ολόκληρο μόνος του. Στο Φυλλάδιο περιέχονται πολυάριθμα μαχητικά και δηκτικά σχόλια που τα ονομάζει «Θυσάνους». Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Πρωϊνή».
1979: Του απονέμεται το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος για «Το δικό μας αίμα». Εκδίδεται το Φυλλάδιο 3-4. Προάγεται σε γυμνασιάρχη και μετατίθεται στο Καρλόβασι Σάμου όπου πηγαίνει για λίγους μήνες. Παραμένει τελικά, ως αποσπασμένος, στο υπουργείο Παιδείας.
1980: Εκδίδει τη μετάφραση Στράτωνος Μούσα Παιδική, με ποιήματα του Στράτωνος από την «Παλατινή Ανθολογία». Πιστεύει: «Πρώτα απόλυτη κατανόηση και ύστερα, με τρέμουσα χείρα, απόδοση με πιστότητα -ναι, με πιστότητα!- του νοήματος. Αυτό που λεν πως η πιστή μετάφραση είναι κακή μετάφραση, αποτελεί μύθο, για τα κλασικά τουλάχιστον. Η μηχανική κατά λέξη απόδοση ασφαλώς δίνει κάκιστο αποτέλεσμα, αλλά η πιστή με αντίστοιχες σημερινές εκφράσεις απόδοση έχει λαμπρό αποτέλεσμα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 237). Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορούν δύο ακόμα βιβλία του. Το πεζογράφημα «Ομόνοια 1980» και η συλλογή διηγημάτων «Επιτάφιος Θρήνος».
1980, 22 Σεπτεμβρίου: Τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο στην πλατεία Εξαρχείων. Νοσηλεύεται στο ΚΑΤ επί 4 περίπου μήνες.
1981: Δημοσιεύει τη συλλογή πεζών «Κοιτάσματα», χρονογραφήματα πρωτοδημοσιευμένα στην εφημερίδα «Πρωϊνή Ελευθεροτυπία» υπό τη διεύθυνση του Κώστα Νίτσου. Εκδίδει το πεζογράφημα «Τα πολλαπλά κατάγματα», χρονικό της νοσηλείας του στο ΚΑΤ. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Εκηβόλος» (αρ. τεύχους 8-9) τη μετάφρασή του της Γερμανίας του Τάκιτου και στο περιοδικό «Θέατρο» (τ. ΙΑ' αρ. 67/68, σελ. 59-61) το θεατρικό του μονόλογο «Η μεγάλη Aρκτος».
Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» από 10 Ιουνίου έως 19 Δεκεμβρίου 1981. Του αρέσει να αρθρογραφεί. «Αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που αρμόζει σε άνθρωπο πνευματικό και αγωνιώντα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 275). Κυκλοφορεί το θεατρικό του «Το αυγό της Κότας» (α΄ έκδοση).
1982: Εκδίδει τρία βιβλία: «Εφήβων και μη», μια συλλογή άρθρων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά», τη συλλογή «Εύφλεκτη Χώρα» με κείμενά του δημοσιευμένα κατά καιρούς στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Τέλος την «Καταπακτή» με πεζά κείμενα. Επίσης εκδίδεται το Φυλλάδιο 5-6. Τον ίδιο χρόνο στίχοι του Γιώργου Ιωάννου γίνονται 11 τραγούδια στο δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη.
1983: Ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του «Οι τσιρίδες», «Τα κεφάλια», «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας», «ομίχλη» στην κασέτα «Γιώργος Ιωάννου, διηγήματα». Παραγωγή, μουσική επιμέλεια: Ρηνιώ Παπανικόλα.
1984: Επιμελείται φιλολογικώς το βιβλίο «Αλεξάνδρεια 1916 - Ημερολόγιο Φίλιππου Στεφ. Δραγούμη». Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Η πρωτεύουσα των προσφύγων». Πηγαίνει στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Λέει: «Πρέπει να γίνω καλά, για να δουλεύω νύχτα-μέρα. Θέλω ακόμα μια εικοσαετία ασταμάτητης δουλειάς».
1985, 6 Φεβρουαρίου: Εισάγεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο για απλή εγχείρηση προστάτη. Δεν αποτρέπεται δυστυχώς το μοιραίο. Πεθαίνει στις 16 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 58 ετών.
1985, 18 Φεβρουαρίου: Κηδεύεται στη Θεσσαλονίκη, από τον ναό της Αγίας Σοφίας. Η ταφή του έγινε στο νεκροταφείο της Αναστάσεως.
Η Θεσσαλονίκη χιονισμένη δέχθηκε στην αγκαλιά της το συγγραφέα με την έντονη κοινωνική συνείδηση, Γιώργο Ιωάννου.
Εξομολογείται: «Νιώθεις ευτυχισμένος που μίλησες, όπως μίλησες. Το γράψιμο για σένα είναι πηγή βαθιάς ευτυχίας». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 277). Συχνά αναφωνεί: «Γιατί, Θεέ μου, να μη ζούμε πεντακόσια χρόνια;». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 247).
1985, Δεκέμβριος: Ο Ιωάννου δεν σιωπά. Εκδίδονται: «Ο της φύσεως έρως» (Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης) και το Φυλλάδιο 7-8 σε επιμέλεια του φιλολόγου Κώστα Καφαντάρη.
1986, Απρίλιος: Εκδίδεται το βιβλίο «Ο Πίκος και η Πίκα», παιδικό παραμύθι.
2000: Εκδίδεται «Το κατοχικό ημερολόγιο χωρίς περικοπές» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή - σχόλια - επίμετρο Αντιγόνης Βλαβιανού. Επίσης: «Τα δέκα ανέκδοτα γράμματα στον Χρήστο Σαμουηλίδη 1949-1951» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή - σχόλια Αντιγόνης Βλαβιανού.
Σημ: πληροφορίες από την Καθημερινή

24 Ιαν 2008

ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΧΑΪΣΜΙΘ: Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας και δράσης




Σήμερα προτείνω ένα βιβλίο γραμμένο από έναν άνθρωπο με πολύ κοφτερό μυαλό και πολυγραφότατο. Μια συγγραφέα που πάντα "προκαλούσε" με το γράψιμο της και τον τρόπο που ζούσε τη ζωή της.
Η Πατρίτσια Χάισμιθ γεννήθηκε το 1921 στο Τέξας. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη. Αφού σπούδασε στο κολέγιο Μπάρναρντ αγγλικά, λατινικά και ελληνικά, ταξίδεψε στην Ευρώπη, όπου πέρασε και το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της. Το πρώτο της βιβλίο Ξένοι στο τρένο εκδόθηκε το 1950 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στο σινεμά από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Εξέδωσε είκοσι μυθιστορήματα και εφτά συλλογές διηγημάτων. Τιμήθηκε με το Grand Prix αστυνομικής λογοτεχνίας, το Edgar Allan Poe Award, το O. Henry Memorial Award και το Silver Dagger. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου του 1995 στο Λουγκάνο της Ελβετίας. Πολλά έργα της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.
Η ταλαντούχα κυρία Χάισμιθ
Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ (spinou@enet.gr)
Η βασίλισσα του ψυχολογικού θρίλερ Πατρίτσια Χάισμιθ κρατούσε καλά κρυμμένα τα μυστικά των ηρώων της όσο και την προσωπική της ζωή.

«Πολλοί επίδοξοι συγγραφείς θαρρούν πως οι ήδη αναγνωρισμένοι συνάδελφοί τους έχουν κάποια μαγική φόρμουλα επιτυχίας. Στόχος μου είναι να ανατρέψω αυτή την ιδέα», λέει στο βιβλίο της η Πατρίτσια Χάισμιθ.Ευτυχώς δεν κράτησε την ίδια στάση για τα μυστικά της τέχνης της. Τα αποκάλυψε στο βιβλίο «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)», που εκδόθηκε δώδεκα χρόνια πριν από τον θάνατό της, ενώ στα ελληνικά μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πατάκη» σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου.Πώς πλάθονται οι ήρωες; Τι είναι η πλοκή; Πώς δημιουργείται η προσδοκία στον αναγνώστη; Τι είναι η κορύφωση; Η αμερικανίδα συγγραφέας που με μοναδικό τρόπο συνδύασε την ποιότητα με την εμπορικότητα αναλύει με παραδείγματα τις μεθόδους της δουλειάς της και τα ζωτικά στοιχεία του σασπένς στη μυθοπλασία, βασιζόμενη στην εμπειρία, τα αδιέξοδα, τις επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες. *Το βιβλίο είναι ένα εγχειρίδιο για νέους, επίδοξους συγγραφείς, απευθύνεται όμως και στους αναγνώστες που θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον γοητευτικά παράδοξο κόσμο της Χάισμιθ. Παρ' ότι η ίδια ξεκαθαρίζει εξαρχής: «Αδυνατώ να εξηγήσω πώς γράφεται ένα πετυχημένο -δηλαδή διαβαστερό- βιβλίο. Αυτό όμως κάνει και το γράψιμο μια τόσο έντονη και συναρπαστική ασχολία, το μόνιμα ανοιχτό ενδεχόμενο της αποτυχίας (...) Πολλοί επίδοξοι συγγραφείς θαρρούν πως οι ήδη αναγνωρισμένοι συνάδελφοί τους έχουν κάποια μαγική φόρμουλα επιτυχίας. Στόχος του βιβλίου είναι να ανατρέψει αυτή την ιδέα: Δεν υπάρχει μυστικό επιτυχίας στο γράψιμο, εκτός του χαρακτήρα, ή αλλιώς της προσωπικότητας. Κι επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, εναπόκειται αποκλειστικά στον ίδιο να εκφράσει τη διαφορετικότητά του, αυτό που εγώ αποκαλώ "διεύρυνση πνεύματος"».*Η Χάισμιθ υπερασπίζεται το είδος που υπηρέτησε πιστά: «Αν μια ιστορία είναι καλή και διασκεδαστική, μπορεί να την απολαύσει οποιοσδήποτε -τόσο ο διανοούμενος όσο και ο λάτρης του μυστηρίου και της αγωνίας». Οι συμβουλές της ξεκινούν από τα καθημερινά συμβάντα που δίνουν τον σπινθήρα της αφήγησης: «Ενα παιδί που γλιστράει στο πεζοδρόμιο και χύνει το χωνάκι παγωτό του. Ενας αξιοσέβαστος κύριος στο μανάβικο που βάζει στην τσέπη του κρυφά, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, ένα παραγινωμένο αχλάδι. Ή μια σύντομη σκηνή δράσης που μας έρχεται στο μυαλό απ' το πουθενά». Για παράδειγμα, το αρχικό έναυσμα για την πλοκή στο "Ξένοι στο τρένο" ήταν: «Δυο άντρες ανταλλάσσουν φόνους εξασφαλίζοντας το τέλειο άλλοθι». *Αναφέρεται σε παράξενα περιστατικά και σε συμπτώσεις που την κέντρισαν να γράψει «μερικές καλές ιστορίες ή βιβλία». Ετσι, ένα ταξίδι στην Ελλάδα ήταν αφορμή για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα στο μυθιστόρημα «Δυο πρόσωπα του Ιανουαρίου»: «Θυμόμουν το παλιό ξενοδοχείο όπου έμεινα στην Αθήνα, που μύριζε κλεισούρα, το σέρβις δεν ήταν καλό, τα χαλιά φθαρμένα, και που στους διαδρόμους του άκουγες καθημερινά δεκάδες διαφορετικές γλώσσες, και ήθελα να το βάλω στο βιβλίο μου» αναφέρει. Σε αυτό το ταξίδι την «έγδυσε» στα χαρτιά ένας μεσόκοπος άντρας και το αριστοκρατικό αλλά κουρασμένο πρόσωπό του έγινε το πρόσωπο του μυθιστορηματικού απατεώνα της Τσέστερ ΜακΦάρλαντ.*Η ίδια επιμένει στη χρήση των προσωπικών βιωμάτων στις ιστορίες αγωνίας και μάλιστα συστήνει στους ενδιαφερόμενους να έχουν πάντα μαζί τους ένα σημειωματάριο:«Τα καλά διηγήματα απορρέουν κυρίως απ' το συναίσθημα του συγγραφέα και συχνά το θέμα τους θα το εξέφραζε το ίδιο καλά και ένα ποίημα(...) Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα βιώματα είναι μια προσωπική σχολή γραφής, έναντι της σχολής των τεχνασμάτων. Πιστεύω ότι τα διάφορα τερτίπια, οι συνταγές δηλαδή, προξενούν λειψή ευχαρίστηση, και ένας συγγραφέας δεν πρέπει να περιμένει ότι οι νοήμονες αναγνώστες του θα διασκεδάσουν μ' αυτά». *Ιση σημασία πρέπει ο συγγραφέας να δίνει στους χαρακτήρες: «τι φοράνε και πώς μιλάνε, να μάθει ακόμα και τα παιδικά τους χρόνια, αν και δεν χρειάζεται πάντα να κάνει λόγο γι' αυτά στο βιβλίο» όσο και στο «πύκνωμα» της πλοκής. Ομως, το κύριο μελήμά της ήταν πώς να κάνει συμπαθητικό τον παραβατικό ηρωά της, όπως τον θαυμαστό κύριο Ρίπλεϊ: «Το μόνο που μπορώ να προτείνω είναι να δίνει κανείς στον δολοφόνο-ήρωά του όσα ευχάριστα χαρακτηριστικά μπορεί -γενναιοδωρία, καλοσύνη προς ορισμένους ανθρώπους, αγάπη για τη ζωγραφική, τη μουσική ή η μαγειρική για παράδειγμα. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν επίσης να είναι διασκεδαστικά, σε αντίθεση με τα εγκληματικά και φονικά ένστικτά του». *Οσο γι' αυτούς που θεωρούν τα θρίλερ αποτρόπαια, τους παραπέμπει -με το γνωστό της μαύρο χιούμορ- στις συνταγές μαγειρικής «για να δουν τι συμβαίνει στους φτερωτούς ή οστρακοφόρους φίλους τους». Γιατί «μια νοικοκυρά πρέπει να κάνει την καρδιά της πέτρα για να μπορέσει να διαβάσει αυτές τις συνταγές, πόσω μάλλον για να τις κάνει πράξη. Για να σκοτώσεις μια χελώνα πρέπει να τη βράσεις ζωντανή. Η λέξη "σκοτώσεις" δεν αναφέρεται, δεν χρειάζεται -άλλωστε ποιος μένει ζωντανός σε νερό που κοχλάζει...»!

21 Ιαν 2008

Μια πολύ καλή πρόταση για βιβλίο...



Τίτλος: Τετ α Τετ
Συγγραφέας: Χέιζελ Ρόουλι
Μετάφραση: Ελίκη Βαρβάκη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
1η έκδοση: 2007
Τιμή: 20,00 ευρώ

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η γραφή της Χέιζελ Ρόουλι είναι ρέουσα και το βιβλίο μολονότι έχει μεγάλη έκταση, διαβάζεται με ευκολία, καθώς περιγράφει την σχέση και τον βίο των Σαρτρ και Μπωβουάρ σε κάποια σημεία ακόμη και μέρα με την ημέρα, ώστε ο αναγνώστης γίνεται συνοδοιπόρος των δύο διανοητών στα καφέ του Παρισιού όπου σύχναζαν και έγραφαν ή τα ξενοδοχεία όπου διέμεναν.
Οι πληροφορίες που παραθέτει, καθιστούν τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και επιστημονικής βιογραφίας ασαφή, αλλά σε κάθε περίπτωση κερδισμένος βγαίνει ο αναγνώστης, καθώς μέσα από το έργο της Ρόουλι μαθαίνει λεπτομέρειες της ζωής των δύο φιλοσόφων- συγγραφέων αλλά πληροφορείται και για τον αντίκτυπο του έργου και του τρόπου ζωής τους μέσα το ιστορικό της πλαίσιο.
Μία θυελλώδης σχέση
Ο δεσμός των δύο διανοητών θεμελιώθηκε πάνω στην αρχή της διαφάνειας, της απόλυτης υπόσχεσης ότι θα έλεγαν τα πάντα ο ένας στον άλλον, παρά την ελεύθερη σχέση που είχαν όλα τα χρόνια της ζωής τους, και παράλληλες σχέσεις με τρίτα πρόσωπα που διατηρούσαν αμφότεροι.
Ο συγγραφέας θα ανακαλύψει μια Σιμόν ντε Μπωβουάρ περισσότερο ευαίσθητη και πιο συναισθηματικά δεμένη με τον Σαρτρ από όσο εκείνος μαζί της.
Μέσα από την λεπτομερή καταγραφή της Ρόουλι ανανδεικνύεται το πάθος των δύο φιλοσόφων για την ειλικρίνεια, η οποία ωστόσο αφορούσε μόνο τους δυο τους, αποκλείοντας οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και αν συνδέοταν κατά καιρούς μαζί τους.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πληροφορήθηκαν για τις σκέψεις του Ζαν Πωλ Σαρτρ ή της Σιμόν ντε Μπωβουάρ για το άτομό τους, για πρώτη φορά μετά την δημοσίευση της αλληλογραφίας του ζεύγους, μέρος της οποίας εκδόθηκε όταν ήταν ακόμη εν ζωή.
Όπως είναι φυσικό, νευρικοί κλονισμοί και πίκρα από τους εκάστοτε συντρόφους τους συνυπάρχουν με την λατρεία που τους απέδιδαν οι "Σαρτριανοί" ακόλουθοί τους.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Χέιζελ Ρόουλι δεν διστάζει να δηλώσει ευθέως και εξαρχής τον θαυμασμό της για την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η οποία, όπως λέει η ίδια, απετέλεσε έμπνευση για το έργο της.
Ο ενθουσιασμός της για τα βιογραφούμενα πρόσωπα πάντως δεν την εμπόδισε να εκτιμήσει και να χρησιμοποιήσει πληθώρα πηγών και μεγάλο εύρος βιβλιογραφίας γύρω από αυτά.
Η συγγραφέας, όχι μόνο μελέτησε ό,τι έχει γραφτεί κατά καιρούς γύρω από το θρυλικό ζευγάρι, όπως και το ίδιο το έργο τους, αλλά ανέτρεξε και σε δημοσιευμένα άρθρα των Σαρτρ και Μπωβουάρ σε εφημερίδες της εποχής, και συνομίλησε με όσα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους ζουν και δέχτηκαν να την συναντήσουν, κάποιες φορές μάλιστα ήλθε σε επαφή ακόμη και με τους απογόνους τους.
Το αποτέλεσμα ασφαλώς δικαιώνει τις προσπάθειές της, καθώς διάβασε και αποδίδει για τον αναγνώστη ανέκδοτο υλικό, όπως την προσωπική αλληλογραφία του ζεύγους ή αποσπάσματα της αλληλογραφίας τους με τρίτα πρόσωπα.
Δυστυχώς η υιοθετημένη κόρη και διαχειρίστρια του πνευματικού έργου του Σαρτρ, Αρλέτ Ελκάιμ αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή μαζί της, στερώντας από όλους μας το περιεχόμενο των επιστολών του διανοητή!
Ευτυχώς άλλα κοντινά πρόσωπα του Σαρτρ και κυρίως της Μπωβουάρ, όπως η επίσης υιοθετημένη κόρη της, διέθεσαν στην βιογράφο, όχι μόνο τις αναμνήσεις τους αλλά και τις επιστολές που φωτίζουν τις δύο αυτές επιφανείς προσωπικότητες των γραμμάτων.
Περισσότερα στις σελίδες του βιβλίου...
books in.gr

18 Ιαν 2008

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: μοναχικό ταξίδι στην αγρύπνια...


Ένας από τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές ο Νίκος Καββαδίας, ένας ταξιδευτής του μυαλού και της ψυχής. Ένας λαϊκός ποιητής, ένας "γήινος" καλλιτέχνης, ένας πολύ απλός άνθρωπος, ένας μεγάλος άντρας. Αξέχαστο το "έργο" του. Υποκλίνομαι...

O Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας από γονείς Κεφαλονίτες. Στα τέσσερα του χρόνια η οικογένεια μετοίκησε στο Αργοστόλι καί το 1921 στον Πειραιά, όπου ο μικρός Νίκος τελειώνει Δημοτικό και Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929 μπαίνει υπάλληλος σε ένα ναυτικό γραφείο. Αντέχει μόνο λίγους μήνες να βλέπει τους άλλους να ταξιδεύουν. Τα καράβια κι η θάλασσα είναι το όνειρό του. Μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό, και για μερικά χρόνια συνεχίζει να φεύγει με τα φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος και αδέκαρος... Η ανέχεια τον κάνει ν' αποφασίσει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Στην αρχή σκεφτότανε να γίνει καπετάνιος, μα τα χρόνια είχαν περάσει, τα είχε φάει η λαμαρίνα, και το δίπλωμα του Ασυρματιστή ήταν ο μόνος σύντομος και αξιοπρεπής δρόμος γιά τα καράβια. Παίρνει το δίπλωμα του το 1939, αλλά αντί να μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στην Αλβανία και κατόπιν ξέμπαρκος στην Αθήνα με την γερμανική Κατοχή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος , το 1944, ξαναμπαρκάρει, αδιάκοπα πιά, ως ασυρματιστής, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, ως το Νοέμβρη του 1974.
Τρεις μήνες άντεξε μακρυά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδειο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.
Hδη στα δώδεκα του χρόνια, μαθητής, ο Καββαδίας εξέδιδε μόνος του το περιοδικό Σχολικός Σάτυρος, απόδειξη της στιχοπλαστικής του ευχέρειας. Κάποια από τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν καί στην Πειραιώτικη εφημερίδα Σημαία. Τα χρόνια 1928-29 δημοσιεύει ποιήματα του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας και ταυτόχρονα συνεργάζεται και με το περιοδικό Διανοούμενος. Παράλληλα αρχίζει τη δημοσίευση σε συνέχειες ενός μυθιστορήματος στην εφημερίδα Πειραϊκό Βήμα, που όμως δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Η ουσιαστική εμφάνιση του γίνεται με την πρώτη του συλλογή Μαραμπού το 1933, που κέρδισε καί την εύνοια του Φώτου Πολίτη. Το 1943 δημοσιεύει στους Πρωτοπόρους ένα ποίημα με τίτλο "Αθήνα" με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός. Το 1947 επανεκδίδεται συμπληρωμένο το Μαραμπού καί τυπώνεται η δεύτερη συλλογή του, το Πούσι. Το 1954 τυπώνεται και το πεζογράφημα (μάλλον εκτενές αφήγημα καί όχι μυθιστόρημα) Βάρδια.
Λίγο μετά το θάνατο του τυπώνεται η τρίτη συλλογή του με τίτλο Τραβέρσο (1975) καί το 1987 τα μικρότερα πεζά του, Λί, Του πολέμου και Στο άλογό μου.
Ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στήν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιά τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια,με την γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο Ερωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας την σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους , και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.
Η ποίησή του αντλεί από τον νεορομαντισμό, την ταξιδιωτική κοσμοπολίτικη ποίηση. Eχει όμως ανεπτυγμένα εντελώς δικά της χαρακτηριστικά, που την καθιστούν περίπτωση μοναδική, αλλά καί εξαιρετικά γοητευτική. Η γλώσσα του Καββαδία είναι η ζωντανή, εμπλουτισμένη με πάμπολλα στοιχεία του ναυτικού ιδιώματος, ωστόσο διακριτική, εκφραστικότατη καί πειστική. Τα ποιήματα του είναι έμμετρα καί ομοιοκατάληκτα χωρίς να υποτάσσεται η αφηγηματική ικανότητα και να υποβιβάζεται το καλλιτεχνικό στοιχείο. Περιγράφεται η σκληρή και συχνά άσωτη ζωή των ναυτικών, δεν αποκλείονται όμως στιγμιότυπα τρυφερά καί προεκτάσεις προβληματισμένες και ευρύτερα φιλοσοφημένες. Ετσι, πρόκειται για ποίηση κοσμοπολίτικη, όχι όμως ψυχρή καί απόμακρη, αλλά μεθέξιμη. Η πορεία από την πρώτη ως την τρίτη συλλογή αποκαλύπτει έναν άξονα ανθρωποκεντρικό. Σιγά-σιγά τα μοτίβα γίνονται πιο σκοτεινά, πιο εσωτερικά, πιο ερωτικά. Επανέρχονται σύνβολα καί αντικείμενα με προσδιορίσιμη λειτουργικότητα, χρώματα, πρόσωπα καί μύθοι, που εν τέλει υποσκάπτουν το κοσμοπολίτικο στοιχείο καί το απορρίπτουν για να αφήσουν μιά γυμνή μοναξιά. Η τρυφερότητα καί ο λυρισμός είναι ακόμη χαρακτηριστικότερα στοιχεία των μικρών πεζών του, του 1987. Θα 'ταν ίσως τολμηρό να ειπωθεί, αλλά φαίνεται πως συγκεντρώνουν ό,τι απαιτείται για να χαρακτηριστούν μικρά, κλασικότροπα αριστουργήματα. Η Βάρδια είναι ένα εκτενές αφήγημα, κοντά στην ευθύγραμμη αφήγηση, με αναδρομικές καί προληπτικές παρεκβάσεις στο πρώτο μέρος, αλλά πολύ κοντά στο είδος του φανταστικού, όπου οι κώδικες εμπλέκονται καί τα όρια πραγματικού καί φαντασιακού συγχέονται, είναι το δεύτερο μέρος, σαφώς νεοτερικότερο και ως προς την ποιητική του.
Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρείς ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιό δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του...
Ποιήματα
Μαραμπού (1933)Πούσι (1947)Τραβέρσο (1975)
Μυθιστόρημα
Βάρδια (1954)
Μικρά Πεζά
Λι (1987)Του πολέμου (1987)Στο άλογό μου (1987)
πηγή:www.logotexnia.com