Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Φεβ 2012

Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο ποιητής της έβδομης τέχνης...


Υπήρξε ο σκηνοθέτης που έκανε έναν προσωπικό κινηματογράφο ακολουθώντας τα μονοπάτια της ποίησης. Δούλεψε τις ταινίες του με τα ίδια υλικά που φτιάχνονται τα όνειρα. Ένας σκηνοθέτης όχι της πολυθρόνας, αλλά ένας ολοκληρωτικός δημιουργός. Εμπνευσμένος από την ιστορία και ταυτόχρονα δέσμιος της αλλά και  ακροατής και οραματιστής της. Μέσα από το έργο του είπε για την σύγχρονη Ελλάδα, όσα δεν κατάφεραν να πουν όλοι οι Έλληνες ιστορικοί μαζί. Ιχνηλάτης του Ομήρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Μαρξ, του Μπρεχτ. Ερευνητής της βυζαντινής και ελληνικής παράδοσης. Αναπαράστησε πρόσωπα  της αρχαίας τραγωδίας αλλά της ζωγραφικής.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος θα υπάρχει πάντα στο μυαλό όλων αυτών που αγαπήσανε τις ταινίες του. Θα συνεχίζει την πορεία του μέσα από μοναχικές διαδρομές μαζί με τον "θίασο" του κοιτώντας με "το βλέμμα του Οδυσσέα" ένα "τοπίο στην ομίχλη" ψάχνοντας αργά με "το μετέωρο βήμα του πελαργού", τον "Μεγαλέξαντρο" του σε ένα "ταξίδι στα Κύθηρα" ενός επαναπατρισμένου πρόσφυγα που κράτησε "μια αιωνιότητα και μια μέρα".

Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα με μικρά αποσπάσματα από την φιλμογραφία του ποιητή του παγκόσμιου κινηματογράφου:

"Μωρή κοντούλα λεμονιά
με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα.
Σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα"
Ηπειρώτικο τραγούδι που ακούγεται στην ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (1970).

"Ο βοηθός εισαγγελέας σκύβει το κεφάλι. Κοιτάει χάμω. Έτσι όπως έχει σταθεί, η φιγούρα του έχει κάτι σαν απελπισία. Ένας κατάδικος κάτι πάει να φωνάξει μα η φράση του κόβεται στη μέση από τη φωνή του αξιωματικού.
-Πυρ!
Και η ομοβροντία.
Οι τρεις άντρες πέφτουν"
Από το σενάριο  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ '36 (1972).

"Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του '17
το 1936
ο Δεκέμβρης του '44...
Για τούτο θα μείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης...
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους, ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατελείωτους, ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε...κάποτε θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία...
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν!"
Λόγια του ποιητή από τον ΘΙΑΣΟ (1975).

"Κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε.
Παιδί βρέθηκε να τριγυρνάει τους λόφους.
Όταν τον ρώτησαν πώς τον λένε, είπε:
Αλέξανδρο!
Και κανείς δεν έμαθε γι' αυτόν ποτέ, τίποτε άλλο."
Το τραγούδι του Μεγαλέξανδρου από τον ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ (1980).

"Οι μακρινοί κρωγμοί των γλάρων ξανακούγονται. Η γριά ξεκολλάει από τη θέση της, πλησιάζει το γέρο και στέκεται πλάι του, ατενίζοντας μακρυά μπροστά της προς τη συννεφιασμένη ανατολή.
Η σχεδία γλιστρώντας μαλακά, απομακρύνεται γρήγορα και χάνεται στην ομίχλη."
Από το ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ (1984).

"Αρχίζει να βρέχει. Μακρυά η πόλη θολή μες τη βροχή. 
Στο λιβάδι οι αναποδογυρισμένες κυψέλες, το φορτηγό πιο πέρα και το σώμα του Σπύρου, εκεί στη μέση του λιβαδιού, πεσμένο ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά στο πλάι.
Στο παραμορφωμένο του πρόσωπο γλιστράει η βροχή. Το δεξί του χέρι χτυπάει στο χώμα την παλιά γλώσσα των συντρόφων της φυλακής, σαν επίκληση σ' έναν άγνωστο θεό."
Από τον ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟ (1986).


"Ο ήχος του τραίνου μπερδεύεται με τη φωνή του κοριτσιού. Η πόρτα στο βάθος του βαγονιού ανοίγει και μπαίνει ένας ελεγκτής. Οι περισσότεροι επιβάτες μισοκοιμισμένοι ή κοιμισμένοι, ξυπνούν να δώσουν τα εισιτήρια τους. Τελειώνοντας με τα κουπέ και τον διάδρομο ο ελεγκτής φτάνει στο τέλος του βαγονιού. Βλέπει τα παιδιά να κοιμούνται και πλησιάζει. Σκύβει πάνω από τη Βούλα. Το κορίτσι σα να αισθάνεται την παρουσία του και ανοίγει τα μάτια τρομαγμένο. 
-Ε, εισιτήρια, λέει ο ελεγκτής.
Η μικρή τινάζεται απάνω. Ξυπνάει και ο μικρός. Σηκώνεται και στέκει πλάι στην αδελφή του.
-Δεν ακούσατε; Εισιτήρια!
Τα παιδιά σωπαίνουν με τα μάτια γεμάτα φόβο."
Από το ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (1988).


"Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας. Είμαι επισκέπτης. Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά. Και έπειτα δεν μου ανήκει. Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει δικό μου είναι. Εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία. Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτα είναι τίποτα. Ότι δεν έχω καν όνομα και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο. Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω. Ξεχάστε με στη θάλασσα. Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία."
Από ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ (1991)


"Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το ταξίδι..."
"Κι έπειτα τη σιωπή, την αμφιβολία και τη νοσταλγία".
Από ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (1995)


"Κι όμως δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα. Τη νύχτα σε κοίταζα. Δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες. Φοβόμουν αυτό που μπορούσες να σκέφτεσαι. Φοβόμουν ότι είχα μπει μες τη σιωπή σου. Κι άρχισα να δείχνω εύθραυστη με τον μόνο τρόπο που ξέρω. Με το κορμί μου. Γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια. Δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα Αλέξανδρε."
Από την ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (1998).

υ.σ. Ο Αγγελόπουλος δημιούργησε επίσης ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ (2004), την ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2008)  καθώς και την ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (2012) που δεν πρόλαβε δυστυχώς να ολοκληρώσει.




11 Οκτ 2011

"Μεσάνυχτα στο Παρίσι", απόδραση στο όνειρο...


Τα τελευταία χρόνια ο Γούντι Άλεν έχει γίνει πολύ γλυκός και προσιτός σε ένα τεράστιο κινηματογραφόφιλο κοινό. Έτσι μετά το "Vicky, Christina, Barchelona" και το "Much point" έρχεται να μας χαρίσει μια τρίτη στη σειρά εξαιρετική ταινία. Με το "Μεσάνυχτα στο Παρίσι", ένα τρυφερό ρομαντικό φιλμ ο αμερικανοεβραίος διανοητής της έβδομης τέχνης, έρχεται κατ αρχήν να προστεθεί στη κατηγορία των σκηνοθετών που έχουν υμνήσει τη "πόλη του φωτός".
Και πραγματικά, αν και έχω γυρίσει το Παρίσι παλαιότερα αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν, παρακολουθώντας αυτή τη μαγική "ξενάγηση" από τον διάσημο δημιουργό, η νοσταλγία μου γι αυτή την πόλη φούντωσε ξανά. Και μάλιστα μου θύμησε τα νυχτερινά περπατήματα στην Μονμάρτη.
Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό λοιπόν με υπέροχους δρόμους, βουλεβάρτα και επιβλητικές προσόψεις κτιρίων παρελαύνουν μετά τα μεσάνυχτα αγαπημένοι συγγραφείς-μύθοι  όπως ο Χέμινγουέι, ο Φιτζέραλντ, η Γετρούδη Στάιν, ο Τ.Σ. Έλλιοτ. Αλλά και ζωγράφοι-ιερά τέρατα της τέχνης όπως ο Πικάσσο, ο Νταλί, ο Γκογκέν, ο Ντεγκά, ο Λωτρέκ. Κάπου δε ανάμεσα σε όλους αυτούς υπάρχει και ένας μεγάλος σκηνοθέτης όπως ο Μπουνιουέλ καθώς και ο εξαίρετος της τζαζ μουσικής Κόουλ Πόρτερ. Ένας φόρος τιμής από τον σκηνοθέτη του "Μανχάταν" σε όλους αυτούς που αγάπησε. Αλλά μήπως δεν είναι και δικοί μου αγαπημένοι. Όλα είναι ονειρικά και αυτό σε καθηλώνει αλλά και σε ανακουφίζει μαζί. Μια απόδραση από τον κόσμο της σκληρής πραγματικότητας στον κόσμο της υψηλής ποιότητας και αισθητικής μιας άλλης εποχής. Στο Παρίσι του '20 αλλά και και στην εποχή της "μπελ επόκ".

Η υπόθεση του έργου*:
Η ιστορία αρχίζει στο σημερινό Παρίσι, με τον ρομαντικό Γκιλ (πολύ καλός στο ρόλο ο Οουεν Γουίλσον, που εδώ εκπροσωπεί το alter ego του Γούντι Αλεν), έναν Αμερικανό σεναριογράφο, που φιλοδοξεί να εκδώσει και μυθιστόρημα, να φτάνει μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, Ινέζ (Ρέιτσελ ΜακΑνταμς), για ένα πολιτιστικό ταξίδι πριν από το γάμο τους. Ταξίδι προσφορά από τον πλούσιο επιχειρηματία πατέρα της Ινέζ, που τους συνοδεύει μαζί με τη γυναίκα του. Η Ινέζ προτιμά να περιφέρεται στη γαλλική πρωτεύουσα μαζί με μια φίλη της και να φλερτάρει τον Πολ (Μάικλ Σιν), έναν παλιό συμφοιτητή της και επιδειξία γνώσεων. Ο Γκιλ επιλέγει την αναζήτηση του ρομαντικού Παρισιού που πάντα ονειρευόταν να γνωρίσει. Η ευκαιρία τού δίνεται όταν τα μεσάνυχτα, με το χτύπημα μιας καμπάνας, ένα ρετρό αυτοκίνητο σταματά μπροστά του και οι επιβάτες του τον καλούν να πάει μαζί τους σ' ένα πάρτι. Το πάρτι γίνεται στο Παρίσι της δεκαετίας του '20, όπου ο Γκιλ γνωρίζει τον Σκοτ και τη Ζέλντα Φιτζέραλντ, τη Γερτρούδη Στάιν, τον Χέμινγουεϊ, τον Κόουλ Πόρτερ, τον Τ.Σ. Ελιοτ, τον Πικάσο, τον Νταλί, τον Μπουνιουέλ (με μια ευφυή αναφορά στην κατοπινή δημιουργία του «Εξολοθρευτή αγγέλου») ή και άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες της εποχής.
Ο Γκιλ θα συνεχίσει, κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, το ρομαντικό αυτό ταξίδι του στο παρελθόν. Θα γνωρίσει και άλλους καλλιτέχνες, μαζί και το κορίτσι των ονείρων του, την Αντριάνα (Μαριόν Κοτιγιάρ), μούσα και ερωμένη ζωγράφου, ενώ η Γερτρούδη Στάιν (Κάθι Μπέιτς) δέχεται να διαβάσει το χειρόγραφο του βιβλίου του. Με την Αντριάνα, που είναι ανικανοποίητη με τη δική της εποχή, θα κάνει μια πιο βαθιά βουτιά στο παρελθόν, στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, όπου θα γνωρίσει τους καλλιτέχνες της τότε εποχής (Γκογκέν, Λοτρέκ, Ντεγκά κ.ά.).

Η φωτογραφία και το καστ της ταινίας είναι υπέροχα. Η δε Μαριόν Κοτιγιάρ τέλεια στο ρόλο της ξεχωρίζει. Πολύ καλός και ο Όουεν Ουίλσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ταινία επιβεβαιώνει την τάση του ανθρώπου να εξιδανικεύει πάντα το παρελθόν και να απαξιώνει το παρόν. Αλλά είτε το θέλουμε είτε όχι, εμείς οι άνθρωποι βιώνουμε σκληρά το παρόν, νοσταλγούμε το παρελθόν και ονειρευόμαστε το μέλλον. Ειδικά για όσους δεν μπορούν να πάνε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και να κλείσουν θέση, τη συστήνω ανεπιφύλακτα.



*enet.gr

22 Φεβ 2010

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗΣ, ο σοβαρός ηθοποιός που έβγαζε γέλιο κι ανθρωπιά...

Σαν προχθές, πέθανε ο έλληνας κωμικός ηθοποιός του θεάτρου και κινηματογράφου που λάτρεψα και λατρεύω να "παρακολουθώ" από την τηλεόραση όποτε σχεδόν μου δοθεί ευκαιρία. Ο Βασίλης Λογοθετίδης. Αυστηρός αλλά με μεγάλη καλωσύνη, οικείος, ανθρώπινος, άφοσιωμένος σε αυτό που έκανε, μα πάνω από όλα αυτός που πάντρεψε το τεράστιο ταλέντο του με την επαγγελματική ευσυνειδησία. Ακολουθεί λοιπόν ένα μικρό αφιέρωμα μαζί με ένα δείγμα από μία ιστορική -ίσως την καλύτερη όλων των εποχών- ελληνική ταινία.


Ο Βασίλης Λογοθετίδης (1897-1960) ήταν Έλληνας ηθοποιός της κωμωδίας. Γεννήθηκε το 1897 στο Μυριόφυτο (Κωνσταντινούπολη). Το 1915 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο και τον επόμενο χρόνο εμφανίσθηκε ερασιτεχνικά σε θεατρική σκηνή της Κωνσταντινούπολης κάνοντας μεγάλη εντύπωση. Το 1918 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο κάνει την εμφάνισή του ως επαγγελματίας πλέον ηθοποιός με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη με τον οποίο και συνεργάσθηκε μέχρι το 1935 όταν για μια μόνο θεατρική περίοδο δημιούργησε ο ίδιος θίασο συνεταιρικά με την Αλίκη και τον Κώστα Μουσούρη. Μετά το τέλος της περιόδου εκείνης επανήλθε στο θίασο της Μαρίκας παραμένοντας μέχρι το 1946. Κατά τη θερινή περίοδο του 1947 συνεργάσθηκε με την Κατερίνα και τον Χειμώνα του ίδιου έτους συγκρότησε αποκλειστικά δικό του θίασο.
Στη διάρκεια της λαμπρής και πλούσιας σε επιτυχίες θεατρική σταδιοδρομία του έπαιξε σε περισσότερα από 200 ξένα θεατρικά έργα μεταξύ των οποίων στο "Αρσενικό και παλιά δαντέλλα" του Κέσσερλινγκ, στο "Έξυπνοι και κουτοί" του Γκάρσον Κάνιν, στη κωμωδία του Σαίξπηρ "Όπως σας αρέσει", στο "Βολπόνε" του Μπεν Τζόνσον, στο "Γαμπρός του κ. Πουαριέ" του Ωζιέ, στο "Κνοκ" του Ζυλ Ρομαίν κ.ά. καθώς επίσης και σε περισσότερες από 110 ελληνικές κωμωδίες.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης ήταν και από τους πρώτους ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου, όπου πρωτοεμφανίζεται το 1933, σε ταινίες που σχεδόν σε όλες και πρωταγωνιστεί.
Το 1957 ανέλαβε καλλιτεχνική περιοδεία στις ΗΠΑ με σκοπό τη καθιέρωση συστηματικής επαφής μεταξύ των θεάτρων όλων των χωρών της Γης, δίνοντας παραστάσεις σε οκτώ πόλεις των ΗΠΑ όπου και θριάμβευσε. Κατά δε την υποδοχή του στη πόλη Πίτσμπουργκ ο δήμαρχος της πόλης του παρέδωσε τη "χρυσή κλείδα" της πόλης, τιμή που δεν έχει ξαναγίνει σε Έλληνα ηθοποιό. Ακριβώς σε αναγνώριση της συμβολής του αυτής για την πρόοδο της ελληνικής θεατρικής τέχνης και παρουσίας σε διεθνή κοινό ο Βασιλεύς Παύλος του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης πέθανε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 1960. Την διεύθυνση του θιάσου του συνέχισε επάξια ο Χρήστος Ευθυμίου. Κηδεύτηκε με παρουσία πολύ κόσμου στο Α΄ Νεκροταφειο. Δεν είχε παιδιά και έμενε στο Παλαιό Φάληρο.

Χαρακτηριστική ατάκα-σκηνή από την ταινία "Ούτε γάτα ούτε ζημιά":

Λολότα: "Να Λαλάκη" Λαλάκης Μακρυκώστας: "Αυτά μού 'φερες;" Λολότα : "Είναι ο μόνος τρόπος να φτάσουμε στην Αθήνα" ........... Λαλάκης: "Άσε μας ρε Λολότα, για καουμπόι με πέρασες; Πάρε Χριστιανέ μου τα γαϊδουράκια σαου και τα μουλαράκια σου και πάρε αυτά να τους πάρεις λίγο άχυρο. Από τον κο και την κα Μακρυκώστα να τους πεις."


Φιλμογραφία

•Κακός δρόμος (1933)

•Μαντάμ Σουσού (1948) .... Παναγιωτάκης

•Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948) .... Θόδωρος

•Ένα βότσαλο στη λίμνη(1952) .... Μανώλης Σκουντρής

•Σάντα Τσικίτα (1953) .... Φώτης Φαγκρής

•Δεσποινίς ετών 39 (1954) .... Τηλέμαχος Καραντάρης

•Ούτε γάτα ούτε ζημιά (1955) .... Λαλάκης Μακρυκώστας

•Η κάλπικη λίρα (1955) .... Ανάργυρος Λουμπαρδόπουλος

•Ο ζηλιαρόγατος (1956) .... Πότης Αντωνόπουλος

•Δελησταύρου και υιός (1957) .... Αντώνης Δελησταύρου

•Κάτω από τους ουρανοξύστες (1958)

•Ένας ήρως με παντούφλες (1958) .... στραγητός Λάμπρος Δεκαβάλας

πληροφορίες από τη βικιπαίδεια



Απολαύστε εδώ ένα απόσμασμα από την καταπληκτική και ιστορική για τον ελληνικό κινηματογράφο, ταινία: Η Κάλπικη λίρα


Σκηνοθέτης Γιώργος Τζαβέλλας

Σενάριο Γιώργος Τζαβέλλας

Παίζουν Ίλυα Λιβυκού,

Ορέστης Μακρής,

Βασίλης Λογοθετίδης,

Δημήτρης Χορν,

Μίμης Φωτόπουλος,

Σπεράντζα Βρανά,

Έλλη Λαμπέτη,

Δημήτρης Μυράτ (αφηγητής),

κ.α.

Πρώτη προβολή 28 Δεκεμβρίου 1955

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις

Διάρκεια 127 λεπτά

Γλώσσα Ελληνικά




2 Νοε 2008

Vicky Cristina Barcelona: μια θαυμάσια ταινία!...




Νομίζω πως αξίζει τον κόπο να γράψω λίγες γραμμές για την νέα ταινία του υπέροχου Γούντι Άλλεν που είδα πριν δύο Κυριακές.
Ένας Γούντι που αιφνιδιάζει ακόμα κι αυτούς τους πιστούς θαυμαστές του ευχάριστα για το πώς εξελίσσει τη δουλειά του χωρίς να χάνει καθόλου από την μαγεία της τέχνης του. Προσωπικά δε πιστεύω ότι με αυτό το έργο, το τρομερό "παιδί" του αμερικάνικου σινεμά, απόκτησε περισσότερους οπαδούς.Γιατί κι αν ακόμα υπάρχουν πολλοί που θα τον κατηγορήσουν για άστοχες προσπάθειες στο παρελθόν σε δραματικές ή αστυνομικές ταινίες, νομίζω πως πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο προικισμένος αυτός σκηνοθέτης γράφει εξαιρετικά καλά.
Στην τελευταία του αυτή κινηματογραφική προσπάθεια, μας μεταφέρει σε ένα υπέροχο ζωντανό "σκηνικό" που δεν είναι ούτε η Νέα Υόρκη ούτε το Λονδίνο αλλά η θαυμάσια καλοκαιρινή Βαρκελώνη που από μόνο του αποτελεί έναν από τους λόγους για να δει κάποιος την ταινία. Ο επόμενος λόγος είναι ο τρόπος που παρουσιάζει αυτός ο αιώνια "έφηβος" το άγαπημένο του θέμα: τον έρωτα και την αγάπη. Ο τρίτος λόγος οι εξαιρετικές ερμηνείες. Μέσα από μια ρομαντική κομεντί σε ύφος σοφιστικέ με ενίοτε ξεκαρδιστικές σκηνές, ξεδιπλώνεται μια λαμπερή πρωταγωνιστική τετράδα που κινείται ανάμεσα στην αναζήτηση της αληθινής αγάπης και του εφήμερου σεξ και με την αίσθηση της ειρωνίας να αγκαλιάζει τις σχέσεις τους μεταξύ τους. Ο δυναμικός μάλιστα "ερχομός" της Πενέλοπε Κρουζ -με καταιγιστική είναι αλήθεια, ερμηνεία- βάζει τα πράγματα που αφορούν τα άλλα τρία κεντρικά πρόσωπα του έργου, στη θέση τους. Κι αυτό γιατί μέχρι τότε εκείνα πελαγοδρομούν ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω τους, στη λογική και το ένστικτο τους. Και η λύση που δίνει σε κάθε αισθηματικό αδιέξοδο είναι: το πάθος!

Η υπόθεση του έργου ξεκινά κάπως έτσι:
Η Βίκι και η Κριστίνα, δύο Αμερικανές φτάνουν στη Βαρκελώνη για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Οταν ένας Ισπανός ζωγράφος και γόης τις προσκαλέσει στο εξοχικό του για ένα σαββατοκύριακο, θα τον ερωτευτούν διαδοχικά και η φιλία τους θα δοκιμαστεί. Μέχρι τη στιγμή που θα κάνει την εμφάνισή της η πρώην σύζυγος του ζωγράφου...
Δείτε τη, αξίζει!...

Πληροφορίες:
Ρομαντική κομεντί – Αμερική /Ισπανία 2008
Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν
Σενάριο: Γούντι Άλεν
Πρωταγωνιστούν: Ρεμπέκα Χολ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Πατρίτσια Κλάρκσον, Κέβιν Νταν, Κρις Μεσίνα.
Αφήγηση: Κρίστοφερ Έβαν Γουέλς
Διάρκεια: 96’

5 Μαΐ 2008

ΑΛΦΡΕΝΤ ΧΙΤΣΚΟΚ, δεν θα ξαναγεννηθεί ποτέ!...


Μέσα από αυτόν εδώ τον ιστοχώρο έχω κάνει πολλά αφιερώματα σε κάποια πρόσωπα που "σημάδεψαν" τον χαρακτήρα μου και την συμπεριφορά μου. Θα ήταν λοιπόν παράλειψη να μην αναφερθώ στον μοναδικό Χίτσκοκ μετρ των ταινιών θρίλλερ, που τον αντέγραψαν σχεδόν όλοι οι σκηνοθέτες!
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ (Alfred Hitchcock) ήταν Άγγλος. Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες.
Ο διασημότερος σκηνοθέτης που έβγαλε ο κλασικός κινηματογράφος και για πολλούς ο καλύτερος απ'όλους. Ο πλέον σχολιασμένος, μαζί με τους Αιζενστάιν και Τσάπλιν, από κριτικούς και θεωρητικούς.Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους λίγους σκηνοθέτες που καταφέρνουν να συνδυάζουν την ποιότητα με την εμπορικότητα. Τον κινηματογράφο της υψηλής τέχνης με τον λαικό κινηματογράφο της διασκέδασης.
Αυτήν είναι η αιτία της τεράστιας δημοτικότητάς του. Γι'αυτό λατρεύεται εξίσου από κριτικούς και από απλούς θεατές. Υπήρξε μεγαλοφυής αφηγητής και βιρτουόζος της σκηνοθεσίας, με κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά την αξεπέραστη αίσθηση του σασπένς , την αίσθηση ενός φλεγματικού (μερικές φορές και μακάβριου) χιούμορ, τον ρομαντισμό και την αγάπη του για τις ξανθές ρομαντικές ηρωίδες με επιφανειακά σεμνότυφο ύφος και με πολύ ερωτισμό στο βάθος. Γιος συντηρητικής και θρησκευόμενης οικογένειας , σπούδασε σε κολλέγιο Ιησουιτών, μια επιλογή που θα επηρεάσει τον μετέπειτα σκηνοθέτη στον υπόγειο θρησκευτικό προβληματισμό των περισσότερων ταινιών του. Από τη βιογραφία του, ένα ακόμα σημείο που πραγματικά δείχνει να έχει ξεχωριστή σημασία και να φωτίζει ως ένα σημείο τόσο τη θεματική του, όσο και την τεχνική του, είναι μια μικρή ιστορία που του άρεσε να αφηγείται ο ίδιος: όταν ήταν μικρός (τεσσάρων ή πέντε ετών), ο πατέρας του για λόγους σωφρονισμού, του έδωσε μια επιστολή και τον έκλεισε σε ένα αστυνομικό τμήμα. Ο αρχιφύλακας τη διάβασε κι ύστερα τον έκλεισε για λίγη ώρα σ'ένα κελί λέγοντάς του: "Nα τι κάνουμε στα κακά παιδιά".Το μοτίβο του αθώου που κατηγορείται άδικα και στη συνέχεια προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τον κλοιό των φαινομενικών γεγονότων για να αποδείξει την αθωότητά του, κυρίαρχο μοτίβο του έργου του, φαίνεται να είναι η εφιαλτική προέκταση εκείνης της μέρας στο αστυνομικό τμήμα.
Ο Χίτσκοκ ως αντιστάθισμα της παιδικής επιφυλακτικότητας και δειλίας, ανέπτυξε μια μεθοδικότητα στις ταινίες του, που εκδηλώθηκε με την δημιουργία ενός γερά δομημένου ντεκουπάζ και έναν αυστηρό έλεγχο επάνω σε κάθε στοιχείο της ταινίας. Ο Χίτσκοκ αντιπαθούσε και έτρεμε στην ιδέα του Χάους και επιζητούσε την Τάξη. Η ένταση ανάμεσα στην Τάξη και το Χάος είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ταινιών του.Εκφράζει τον βαθιά ριζωμένο φόβο του για το χάος που εξαπλώνεται, με ποικίλους τρόπους. Καθιστά τους χαρακτήρες του αδύναμους, αντικαθιστώντας την πραγματικότητα με την αυταπάτη και το αντίθετο. Αυτό συχνά το κάνει με σκηνικά που θυμίζουν θεατρικές σκηνές. Τοποθετεί τους χαρακτήρες του σε κλειστούς χώρους που προκαλούν περισσότερο ασφυξία και παράλυση παρά ασφάλεια και σιγουριά.Χαρακτηρίστηκε "μετρ του σασπένς". Η περιβόητη χιτσκοκική σασπένς δεν είναι παρά η αναστολή, η εκκρεμότητα ενός πόθου, που περιμένει να εκπληρωθεί να ικανοποιηθεί. Ας σταθούμε για λίγο εδώ. "Σασπένς" (αναμονή, εκκρεμότητα) ονομάζουμε γενικά την αφηγηματική τεχνική με την οποία ο σκηνοθέτης προσπαθεί να παρατείνει την αγωνία του θεατή και να του τονώσει έτσι το ενδιαφέρον για το υπόλοιπο της ταινίας. Το σασπένς δεν έχει σχέση με το σενάριο στο στάδιο της γραφής του, όπως πιστεύουν κάποιοι.Το σασπένς πετυχαίνεται μόνο με σκηνοθετικά μέσα, χωρίς όμως να ανήκει στα αμιγώς σκηνοθετικά "εργαλεία". Στην ουσία είναι μια εντελώς ιδιαίτερη αίσθηση του ρυθμού και των ψυχολογικών συνεπειών που αυτός έχει στους θεατές, πράγμα που σημαίνει ότι δεν διδάσκεται πουθενά. Είτε το έχεις μέσα σου, είτε δεν το έχεις.
Είναι κατ'αρχάς μια επιμήκυνση των αφηγηματικών χρόνων, προκειμένου να μην φανερωθεί (ή εκπληρωθεί) αμέσως κάποιο σημαντικό στοιχείο της ιστορίας, αλλά λίγο αργότερα, όταν ο σκηνοθέτης θεωρήσει κατάλληλη την στιγμή για να το κάνει. Αυτό γίνεται για να αυξηθεί η αγωνία της αναμονής στον θεατή, ενώ ως πιο κατάλληλος χρόνος για να φανερώσει (ή εκπληρώσει) ο σκηνοθέτης αυτό που κρατά κρυμμένο (ή ανεκπλήρωτο), είναι εκείνη η στιγμή όπου η αγωνία του θεατή έχει φθάσει στο ζενίθ.Αν όμως ο σκηνοθέτης παρατείνει την αποκάλυψη, (ή καθυστερήσει την εκπλήρωση) λίγο περισσότερο απ'αυτό το σημείο της κορύφωσης της αγωνίας, ο θεατής θ'αρχίσει να αισθάνεται βαριεστημάρα και ν'αντιδρά αρνητικά.Αν η αποκάλυψη γίνει πριν απ'αυτό το κορυφαίο σημείο της αγωνίας, θά'χουμε βεβαίως σασπένς, αλλά όχι το καλύτερο δυνατό, σαν αυτό δηλαδή που δημιουργούσε ο Χίτσκοκ.Από την άλλη το σασπένς είναι μια σμίκρυνση των αφηγηματικών χρόνων, τη στιγμή ακριβώς που ο θεατής θα περίμενε μια επιμήκυνση, όπως επίσης και το να δίνονται διαστάσεις σημαίνοντος γεγονότος σε μια εντελώς ασήμαντη λεπτομέρεια (ώστε το όντως σημαντικό γεγονός να λειτουργήσει σαν λεπτομέρεια, που έρχεται και παρέρχεται αστραπιαία προκαλώντας σοκ).Τα βασικά θέματά των ταινιών του περιλαμβάνουν: α) τα ασαφή όρια ανάμεσα στην ενοχή και την αθωότητα, β) τη μεταφορά της ενοχής από ένα άτομο σε ένα άλλο, γ) την εξομοίωση της γνώσης και του κινδύνου.Οι ταινίες του βρίθουν επίσης από ψυχαναλυτικές αναφορές (οιδιπόδεια συμπλέγματα ευνουχισμού, αισθήματα ενοχής, φόβο για την αδηφάγο μητέρα που καταβροχθίζει, μεταβίβαση προσωπικότητας, σχιζοφρένεια, σεξουαλικές διαστροφές, κ.ο.κ), ενώ επίμονα είναι τα σχόλιά του για την σχέση του "είναι" και του "φαίνεσθαι" των πραγμάτων και την σχέση θεάματος και πραγματικότητας.
Μία από τις μεγαλύτερες αρετές των ταινιών του Χίτσκοκ είναι η κατασκευή σε αυτές πολλών επιπέδων ανάγνωσης (ή "άρθρωση μιας δεύτερης γλώσσας" κατά Μπάρτ). Υπάρχει ένα πρώτο επίπεδο (το πιο φανερό), αυτό της πλοκής με την ενδιαφέρουσα αφήγηση μιας ιστορίας που ευχαριστεί τον θεατή, αλλά υπάρχουν και άλλα επιπεδα βαθύτερα, στα οποία αρθρώνονται τα πιο ουσιαστικά μηνύματα του έργου. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπάμπης Ακτσόγλου στο θαυμάσιο βιβλίο του "Άλφρεντ Χίτσκοκ" (εκδ. Αιγόκερως): "Πίσω από την ψυχαγωγική και σχετικά ανάλαφρη ίντριγκα των ταινιών του, υπάρχει ένα δομικό πλέγμα, μια σειρά από σχέσεις, διεργασίες και σημάνσεις, που διαπερνούν το χιτσκοκικό κείμενο και το κάνουν τόσο στα μάτια του θεατή, όσο και του αναλυτή, ένα από τα πιο ηδονικά και πλούσια σ'ερμηνείες κείμενα".Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ταινιών του, είναι η συχνή παρουσία του ίδιου σε αυτές (όχι σαν ηθοποιός αλλά σαν κομπάρσος που εμφανίζεται φευγαλέα σε κάποιο πλάνο και εξαφανίζεται σχεδόν αμέσως). Η παρουσία του Χίτσκοκ στις ταινίες ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα όχι μόνο της επιθυμίας του να παρατηρεί και να ελέγχει, αλλά και της διαρκούς αναζήτησης για επαφή με τους χαρακτήρες του. Η παρουσία του στην οθόνη είναι μια φανερά παιχνιδιάρικη υπογραφή του, που μαρτυράει τον έλεγχο που ασκεί πάνω στην αφήγηση και στον κόσμο τον οποίο δημιουργεί.Ο Χίτσκοκ έχει επαινεθεί για την ικανότητά του "να μπαίνει μέσα στο μυαλό" των χαρακτήρων του και συγχρόνως να τοποθετεί κι εμάς εκεί. Αυτό το κατορθώνει χρησιμοποιώντας με έξυπνο τρόπο διάφορες τεχνικές ταύτισης και υποκειμενικά πλάνα (τα πλάνα που μας δείχνουν αυτό που βλέπει ένας χαρακτήρας), αλλά και (κατά καιρούς) μέσα από επιδρομές, όπως θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε, της κάμερα. Όλα αυτά είναι μέρος της μεγάλης του επιθυμίας να μας φέρει όσο το δυνατόν πιο κοντά - κυριολεκτικά, ψυχολογικά, πνευματικά - στον κόσμο του δικού του μυαλού, καθώς τον βλέπουμε να υλοποιείται μέσα από τις ταινίες του.
Μία από τις πιο έξοχες πλευρές του Χίτσκοκ, είναι η ικανότητά του να κάνει φάρσες, η σκανταλιάρικη πλευρά του, που απολαμβάνει να απομυθοποιεί, να χλευάζει και να αποσυνθέτει τους τόσο δαιμόνιους μύθους του.Αν και Άγγλος γύρισε τις καλύτερες ταινίες του στην Αμερική. Η αγγλική του περίοδος περιλαμβάνει την δεκαετία του '20 και '30, ενώ η αμερικάνικη ξεκινά από το 1940 όπου σκηνοθετεί την "Ρεβέκα", ένα κομψοτέχνημα ακαδημαϊκού ύφους. Από τα μέσα της δεκαετίας του '40 ("Υπόθεση Νοτόριους"), μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60 ("Ψυχώ"), δημιούργησε μια σειρά από έξοχες ταινίες, θαυμαστής εκφραστικής τελειότητας, με κυρίαρχο θεματικό μοτίβο τη φαινομενική ενοχοποίηση αθώων ηρώων και την απελπισμένη εκ'μέρους τους αναζήτηση της αλήθειας. Η δεκαετία του '50 ήταν η πιο γόνιμη απ'όλες. Τότε γύρισε τα τέσσερα μεγάλα του αριστουργήματα: τον "Σιωπηλό μάρτυρα" (1954), τον "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (1958), το "Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων" (1959) και την "Ψυχώ" λίγο αργότερα ( το 1960).
Οι σημαντικότερες ταινίες του Χίτσκοκ είναι: " Ο εκβιασμός" (1929) η πρώτη ομιλούσα ταινία του, μια ιδιότυπη εκδοχή του χριστιανικού μύθου του "αίροντα της αμαρτίας του άλλου", στην οποία ο Χίτσκοκ υποβάλλει την ιδέα ότι ο καθένας μας είναι εν δυνάμει φονιάς, "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά" (1934), την οποία ξαναγύρισε σε ριμέικ το 1956 και στην οποία συναντάμε για πρώτη φορά συγκεντρωμένα σχεδόν όλα τα μόνιμα θέματά του: η απαγορευμένη γνώση, η τιμωρία της περιέργειας,η περιπέτεια και δοκιμασία των ηρώων ως πορεία προς την εξιλέωση, ο υποβλητικός χώρος του θεάτρου, κλπ. "Τα 39 σκαλοπάτια" (1935) η καλύτερη ίσως ταινία της αγγλικής περιόδου του (πριν φύγει για την Αμερική και το Χόλιγουντ το 1940), "Η Ρεβέκα" (1940) η πρώτη αμερικάνικη ταινία του, με μια υποβλητική ατμόσφαιρα μυστηρίου στα όρια του φανταστικού, που τιμήθηκε με Όσκαρ καλύτερης ταινίας και στάθηκε μεγάλη εμπορική επιτυχία, "Το χέρι που σκοτώνει" (1943), ένα ψυχολογικό θρίλλερ πάνω στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα και στις ενοχές που σημαδεύουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα μιας έφηβης, ταυτόχρονα μια θαυμάσια ρεαλιστική σκιαγράφηση της ατμόσφαιρας και του μικρόκοσμου μιας αμερικάνικης επαρχιακής κωμόπολης, "Η σωσίβια λέμβος" (1944) που αφηγείται τις περιπέτειες μιας ομάδας ναυαγών μέσα σε μια βάρκα και τις μεταξύ τους συγκρούσεις για το τι πρέπει να κάνουν με έναν Γερμανό αιχμάλωτο, ένα σκηνοθετικό επίτευγμα δεδομένου ότι η ταινία γυρίστηκε στο εσωτερικό ενός στούντιο, ενώ έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στην μέση του ωκεανού, το "Νοτόριους" (1946) μια εκπληκτική ταινία κατασκοπίας με την οποία ξεκινά ουσιαστικά η πραγματικά μεγάλη περίοδος στο έργο του Χίτσκοκ, μια ταινία αποθέωση του ρομαντισμού, ισάξια της "Καζαμπλάνκα" στις ερωτικές της σκηνές (η σκηνή του φιλιού ανάμεσα στον Κάρι Γκράντ και στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν αποτελεί πλέον κομμάτι ανθολογίας, όπως εξάλλου το πλάνο - σεκάνς που αρχίζει με τη γενική εικόνα ενός πάρτι στο σπίτι του Κλόντ Ρέινς και τελειώνει με το γκρό - πλάνο του χεριού της Μπέργκμαν που κρατά ένα κλειδί, μικρό δείγμα της απαράμιλλης σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας στην οποία θα μας συνηθίσει από δω και πέρα ο μέτρ), "Η θηλειά" (1948) η μοανδική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που γυρίστηκε χωρίς καμία διακοπή στην λήψη της κάμερα (δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι όλη η ταινία είναι ένα μόνο πλάνο - σεκάνς), εκτός από τις στιγμές εκείνες που τελείωνε το φίλμ (κάθε δέκα λεπτά δηλαδή), μια ταινία με νιτσεϊκούς απόηχους στην θεματολογία της, "Ο άγνωστος του Εξπρές" (1951) στην οποία εικονογραφείται με τον πιο γλαφυρό τρόπο μια έμμονη ιδέα στο έργο του Χίτσκοκ, δηλαδή το θέμα της μεταβίβασης της ενοχής.
Ακολουθούν τα μεγάλα αριστουργήματά του: "Ο Σιωπηλός μάρτυρας" (1954) αν και φαινομενικά θρίλλερ μυστηρίου είναι στην πραγματικότητα μια σπουδή στην ηδονοβλεψία καθώς και στους νόμους που διέπουν το κινηματογραφικό θέαμα, ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στη σχέση θεατή/θεάματος (ο φωτογράφος με το σπασμένο πόδι θα μπορούσαμε να πούμε πως συμβολίζει τον ακινητοποιημένο σε μια καρέκλα, θεατή του κινηματογράφου, που αντικρύζει σε μια οθόνη ιστορίες άλλων, είναι δηλαδή ο τέλειος "ηδονοβλεψίας" και το "βλέμμα" του είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας), ο "Δεσμώτης του Ιλίγγου" (1958) , μία από τις πλέον αγαπημένες μου ταινίες, το πιο παράξενο, υποβλητικό και πυκνό έργο του Χίτσκοκ, στο οποίο προσεγγίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι και μας παρασύρει σε μια υπέροχη ιστορία νοσηρού, αλλά τρελού έρωτα, γεμάτη από φαντάσματα, ψεύτικους νεκρούς, γυναίκες - ομοιώματα κι ερωτευμένους άντρες, οι οποίοι αν και ασκούν το επάγγελμα του ντεντέκτιβ, αδυνατούν να ερμηνεύσουν τα σημάδια της πραγματικότητας, "Στην σκιά των τεσσάρων γιγάντων" (1959) μία έξοχη, παιχνιδιάρικη, κατασκοπική περιπέτεια, με θαυμάσιους αφηγηματικούς χειρισμούς, το "Ψυχώ" (1960), ένα μυθικό απρόμαυρο θρίλλερ τρόμου, η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία, ταινία πρότυπο για εκατοντάδες θρίλλερ με το αριστουργηματικό ντεκουπάζ της σκηνής του μπάνιου ( μία σκηνή ανθολογίας), τον "ευνουχισμένο" Νόρμαν Μπέιτς (η πιο εντυπωσιακή φιγούρα παράφρονα στον κινηματογράφο) και την επιβλητική του αρχιτεκτονική δομή ( "όπου ένα κάθετο συγκρότημα - το σπίτι της μητέρας του Νόρμαν Μπέιτς πάνω στο λόφο - δεσπόζει και επιβλέπει ένα οριζόντιο αρχιτεκτονικό συγκρότημα - το μοτέλ. Ο πρώτος χώρος είναι εκείνος του απαγορευμένου, βασίλειο της κακιάς μητέρας - ευνουχίστριας, που η απειλητική σκιά της πλανάται στα παράθυρα. Ο δεύτερος χώρος, φαινομενικά φυσιολογικός είναι εκείνος των ανεκπλήρωτων ερωτικών πόθων. Ο τρόμος στο Ψυχώ γεννιέται από την διαλεκτική σχέση αυτών των δύο χώρων, που κανείς δεν διασχίζει ατιμώρητα εκτός από τον Νόρμαν Μπέιτς, ο οποίος τους κατοικεί φυσιολογικά μια και είναι διχασμένη προσωπικότητα" Μπάμπης Ακτσόγλου), "Τα πουλιά" (1963) ένα νέο σκηνοθετικό επίτευγμα, που προαναγγέλει τις ταινίες καταστροφής της δεκαετίας του ΄70.
Δύο άλλες πολύ καλές του ταινίες είναι το "Ποιός σκότωσε τον Χάρρυ" (1956) με την πιο όμορφη έγχρωμη φωτογραφία στο έργο του μετρ και το ρημέικ του "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά" (1956), από τις σπάνιες περιπτώσεις που το ρημέικ είναι καλύτερο του πρωτότυπου, με μια σκηνή ανθολογίας προς το τέλος της, στο Άλμπερτ Χώλλ του Λονδίνου, μοντέλο του χιτσκοκικού σασπένς, ίσως η καλύτερη στιγμή που έδωσε ποτέ το χιτσκοκικό έργο και αναμφισβήτητα το πιο τέλειο παράδειγμα της τεχνικής μαεστρίας του Χίτσκοκ, τόσο από πλευράς δημιουργίας ατμόσφαιρας, όσο και τεχνικού περφεξιονισμού.
Πληροφορίες από το εξαιρετικό blog του "cinema".