1 Νοε 2010

Πώς να χωρέσουν όλα μέσα σ ένα Σαββατοκύριακο;

Νύχτα Κυριακής προς Δευτέρα. Είμαι μπροστά στον υπολογιστή μου και γράφω τις σκέψεις μου και τους προβληματισμούς μου για κάτι που μου συμβαίνει κάθε τέλος της εβδομάδας. Στο μυαλό μου έρχεται η Παρασκευή. Η καλύτερη μου ημέρα. Από το απόγευμα της και μετά η ψυχολογία στα ύψη. Παίρνοντας το μπάνιο μου σκέφτομαι ότι έχω να κάνω πολλά το ΣΚ που τις καθημερινές δεν προλαβαίνω. Βγαίνοντας από το λουτρό ετοιμάζομαι για να πάω στο κολυμβητήριο του Γιάννη του γυιου μου. Πριν φύγω γράφω βιαστικά σε ένα χαρτί όλα αυτά που σκοπεύω να κάνω.
Φτάνω στο κυλικείο της πισίνας όλο κέφι. Συναντώ κάποιους με τους οποίους συνηθίζω κάθε Παρασκευή να πλακώνομαι στα τσίπουρα και τους μεζέδες. Όλα δείχνουν τέλεια. Κάποιος ρίχνει την ιδέα αφού τελειώσουν τα παιδιά να πάμε μαζί τους για σουβλάκια. Μέσα!
Στο ψητοπωλείο το κρασί ανεβάζει τη διάθεση και το Σαββατοκύριακο που έρχεται μοιάζει γιορταστικό. Μετά από μιάμιση ώρα γυρίζουμε σπίτι.
Το επόμενο πρωί στις 8, πίνοντας τον τούρκικο μου διαβάζω τη "λίστα" μου. Σε λίγο με μια φόρμα και αθλητικά παπούτσια βρίσκομαι να τρέχω στο άλσος κοντά στο σπίτι μου. Έχω αρχίσει να υλοποιώ τις "δουλειές" που είναι γραμμένες στο χαρτί. Γυρίζω πίσω. Ντουζάκι, ντύσιμο, ελαφρύ πρωϊνό, διάβασμα διαφόρων εντύπων.
Στις 10 φεύγουμε με τον μικρό για το μάθημα του στους παραδοσιακούς χορούς. Στην ώρα διδασκαλίας που μεσολαβεί κάνω τα εβδομαδιαία ψώνια.
Μετά την επιστροφή μας στο σπίτι, ο γυιος στρώνεται στο διάβασμα κι εγώ σε κάποιες δουλειές του σπιτιού. Λίγο πριν το μεσημέρι καταπιάνομαι με το πλύσιμο Ι.Χ. και μοτό. Η ώρα πάει 2 και πρέπει να ψήσω ψάρια και αφού φάμε, τα μαζέψω, κάτι από εδώ κάτι από εκεί το ρολόι της κουζίνας δείχνει 4. Πάει ο μεσημεριανός ύπνος που ονειρευόμουνα. Ξαπλώνω ζαβλακωμένος χαζεύοντας λίγο τηλεόραση μέχρι που αποφασίζω να σηκωθώ για έναν καπουτσίνο.
Είμαι στη μέση της ημέρας του υπέροχου Σαββάτου. Αρχίζω να διαβάζω ένα βιβλίο που έχω αφήσει από την προηγούμενη εβδομάδα στη μέση αλλά μετά από δέκα λεπτά με φωνάζει ο Γιάννης για να τον βοηθήσω λίγο στα αγγλικά. Αυτό μου δίνει το ερέθισμα να φρεσκάρω τις γνώσεις μου διαβάζοντας μετά από λίγο, ένα αγγλόφωνο βιβλίο που έχω ξεκινήσει. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας καλός φίλος. Κανονίζουμε να βγούμε το βράδυ. Εξέλιξη όχι καλή για την βιβλιοθήκη μου που ήθελα να τακτοποιήσω εφ όσον έμενα μέσα το βράδυ.
Πρώτα όμως έχω να πάω στο γήπεδο που με περιμένει μια παρέα. Προετοιμάζομαι για την έξοδο με αργούς ρυθμούς ακούγοντας μουσική και τραγουδώντας. Στις 7 είμαι ήδη στην αττική οδό με προορισμό το Ο.Α.Κ.Α. Δυόμισι ώρες περίπου μετά, κινούμαι χαρούμενος στην αντίθετη κατεύθυνση της επιστροφής. Η ομάδα νίκησε.
Λίγο μετά τις 10 βρίσκομαι στο γκαράζ του σπιτιού μου όπου μετά από ένα τρεχαλητό ετοιμασίας για να προλάβω το ραντεβού, βάζω εμπρός το αυτοκίνητο και φεύγω.
Η βραδυά είναι κάπως γλυκιά και κυλάει παρείστικα περιδιαβαίνοντας το αγαπημένο μου Θησείο και τα Άνω Πετράλωνα για λίγο φαγητό και πολλά ποτά.
Το πρωϊνό της Κυριακής με βρίσκει να πίνω καφέ στη βεράντα μου ακούγοντας χαμηλά κλασσική μουσική και διαβάζοντας ένα free press έντυπο. Αν και ξενύχτης δεν μπορώ να κοιμηθώ πολύ κι αυτό είναι κακό. Γύρω στις 8 και μισή ο μικρός ξυπνάει και χαλάει την ησυχία μου. Συνήθως κάθε Κυριακή κάνουμε "επαναλήψεις" για το σχολείο του και δη Μαθηματικά. Ευτυχώς που σήμερα ο νεαρός γυμνασιόπαις της δευτέρας τάξης έχει έμπνευση και τελειώνουμε γρήγορα. Έτσι μπορούμε να φύγουμε για το Παναθηναϊκό Στάδιο για να παρακολουθήσουμε τον τερματισμό του χρυσού μαραθωνίου στην κλασσική διαδρομή της Αθήνας.
 Στις 11 και κάτι είμαστε ήδη μέσα στο Στάδιο. Η ατμόσφαιρα φανταστική. Δέκα λεπτά περίπου αργότερα ο πρώτος μαραθωνοδρόμος μπαίνει στον ιερό χώρο. Θα τερματίσει κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό. Θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Όλοι οι αθλητές γνωρίζουν την αποθέωση από χιλιάδες κόσμο που μαζεύτηκαν εκεί. Νοιώθω συγκίνηση γι αυτή την ειρηνική μάζωξη ανθρώπων από όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Λίγο πριν τις 12 φεύγουμε ανηφορίζοντας την Ηρώδου Αττικού ενώ δεκάδες δρομείς εξακολουθούν να πλησιάζουν στο τέλος της κοπιαστικής πορείας τους προκαλώντας μέσα από την προσπάθεια τους το παρατεταγμένο δεξιά και αριστερά πλήθος να τους επευφημεί.
Επιστρέφουμε σπίτι και ετοιμαζόμαστε για το μεσημεριανό φαγητό συζητώντας για ότι είδαμε στην Αθήνα. Μετά το γεύμα κατεβαίνω στην αποθήκη για κάποιες εργασίες τις οποίες δεν προλαβαίνω να τελειώσω όπως θα ήθελα γιατί κάποια στιγμή νοιώθω να νυστάζω. Η ώρα έχει πάει ήδη 3 και μισή κι εγώ δεν πρόκειται πάλι να κοιμηθώ, γιατί έχω τάξει του Γιάννη να πάμε για τέννις. Ας όψεται η χαρά του όταν παίζει αυτό το σπορ και η αδυναμία μου για εκείνον.
Ο αγώνας έχει ενδιαφέρον αλλά στα περισσότερα games είμαι ο νικητής αν και ο μικρός έχει βελτιωθεί πολύ και στο μέλλον προβάλλει να πάρει κάποια στιγμή το αίμα του πίσω. Όταν η ώρα πηγαίνει 5 και μισή, έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει γι αυτό κι εμείς γυρνάμε στο κονάκι μας.
Όταν τελειώνω το ανακουφιστικό μπάνιο χτυπάει το κινητό. Στην άλλη γραμμή η φωνή ενός φίλου με προσκαλεί να βγούμε οικογενειακά "για να παίξουν τα παιδιά". Δέχομαι για χάρη του παιδιού αν και είχα στο πρόγραμμα της "λίστας" μου να δουλέψω κάτι για τη δουλειά μου στον υπολογιστή.
Στις 6 και μισή συναντιόμαστε όλοι σε μια καφετέρια δίπλα σε μια πλατεία με μπασκέτες. Τα παιδιά -δύο ο φίλος, ένα εγώ- ξαμολιούνται ενώ εμείς βρίσκουμε την ευκαιρία να τα πούμε πίνοντας τσάι-καραμέλα. Στις 8 πρέπει να φύγουμε γιατί ο φίλος έχει συνέλευση στην πολυκατοικία του όπου είναι διαχειριστής. Ο δικός μου γκρινιάζει με το δίκιο του και για να τον αποζημιώσω του λέω πως θα πάμε όλοι μαζί, εγώ αυτός κι η μαμά του να φάμε καταπληκτικά αρμένικα πιάτα κάπου στον Κολωνό. Συμφωνεί ενθουσιασμένα και να που όταν η ώρα πλσιάζει 8 και μισή έχουμε στρογγυλοκάτσει στο εν λόγω μαγαζί.
Πράγματι το φαγητό είναι θαυμάσιο και αρέσει σε όλους. Όταν έρχεται η ώρα να πληρώσω θυμίζω στην παρέα πως αύριο έχουμε και σχολείο.
Είναι δεν είναι δέκα και μισή όταν ξεκινάμε την διαδικασία για τον ύπνο. Πλύσιμο δόντια, φτιάξιμο τσάντας, ρούχα για το πρωί και "καλυνύχτα". Κι εγώ αφού ετοιμάσω το επαγγελματικό μου πρόγραμμα της αυριανής ημέρας αναζητώ και βρίσκω το χαρτάκι όπου είχα γράψει τα διάφορα πράγματα που είχα σκοπό και ήμουνα σίγουρος ότι θα καταφέρω να τελειώσω μέσα σε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Τότε διαπιστώνω πως δεν μπόρεσα και πάλι, να τα χωρέσω όλα.
Δεν πειράζει το επόμενο Σαββατοκύριακο είναι κοντά...

24 Οκτ 2010

Τσίτα το Γκάζι!...

Αν και δεν συχνάζω πολύ στη περιοχή Γκάζι, εν τούτοις δεν είναι λίγες οι φορές που έχω βρεθεί εκεί, κυρίως λόγω Τεχνόπολης. Άλλωστε πάνε δέκα χρόνια πια που ξέρω αυτό το κομμάτι της πόλης από τότε δηλαδή μπήκε για τα καλά στις επολογές της εξόδου μας. Παραθέτω λοιπόν έτσι απλά τις εντυπώσεις και προτιμήσεις μου για το "Γκαζοχώρι".


Φαγητό-ψάρι για μένα σημαίνει Βαρούλκο στη Πειραιώς. Θαυμάσια θαλασσινά πιάτα με εξαιρετική ποιότητα αλλά και υψηλές τιμές, ίσως και γι αυτό δικαιολογημένα. Μια πιο οικονομική λύση αποτελεί το θάλαττα στη Βίτωνος, με πολύ δημιουργική κουζίνα. Ωραία διακόσμηση και μάλιστα βυζαντινής εποχής με καλές μεσογειακές γεύσεις θα βρείτε στο Μalvazia στην Αγαθημέρου, αν και πιο πολύ η περιοχή ανήκει στο Ρουφ. Το Mamaca's στην Περσεφόνης, είναι όντως ένας πρωτότυπος χώρος με σπιτικές συνταγές αλλά το αποφεύγω γιατί δεν βρίσκω ευγενικό το σέρβις του. Το prosopa γωνία Ιερά Οδός και Κωνσταντινουπόλεως πρώην γκαράζ, μου αρέσει γιατί είναι καλλιεχνικό νεανικό στέκι με μεσογειακά ευκολοφάγωτα πιάτα. Ο Σκουφιάς στη Μεγάλου Βασιλείου κατά Ρουφ μεριά, είναι ο βασιλιάς της Κρητικής κουζίνας με προκλητικούς μεζέδες σε τραπεζάκια πάνω στη πλατεία. Το Tirbouson στην Κωνσταντινουπόλεως, είναι το καλύτερο μου απλά γιατί πρώτον ο ιδιοκτήτης του ο Γιάννης με την περιποίηση του με κάνει να νοιώθω πολύ άνετα, αλλά και δεύτερον ο κόσμος που συχνάζει όποτε εχω πάει, είναι εξαιρετικά όμορφος και χαρούμενος. Τέλος μια διαφορετική γευστική επιλογή είναι το Τσιφλίκ μπαχτσέ στην Τριπτολέμου, προκειμένου να κάνεις τον ναργιλέ σου αφού απολαύσεις πρώτα τις πολίτικες νοστιμιές.

Για διασκέδαση προτιμώ να κινούμαι ανάμεσα στο ιστορικό Γκαζάκι στην Τριπτολέμου με τα πολύ ωραία κοκτέιλ, στο Mad το παλιό Indie club στην Περσεφόνης και το Micraasia στην Κωνσταντινουπόλεως με τον παραμυθένιο χώρο. Ανεβασμένο στη συνείδηση μου είναι το Hoxton σε Λονδρέζικη ατμόσφαιρα με τους chesterfield δερμάτινους καναπέδες του και τις ενδιαφέρουσες εκθέσεις του. Αλλά για μένα η ναυαρχίδα της διασκέδασης όχι μόνο στο Γκάζι αλλά σε ολόκληρη την Αθήνα, είναι ο πολυχώρος Bios στη Πειραιώς, το μαγαζί που ανέτρεψε τους νόμους της διασκέδασης και που αποτελεί το σημείο συνάντησης επικοινωνίας και δημιουργικής δράσης για ένα πολύ ενεργητικό κοινό. Επίσης το Gazarte στη Βουτάδων με έχει κερδίσει με τις Live σκηνές του και το επιτυχημένο πάντρεμα τέχνης και διασκέδασης που έχει κάνει.

Αλλά κάπου εκεί κοντά βρίσκεται και ένας θεατρικός χώρος που πραγματικά με έχει ταξιδεύσει όποτε έχω παρακολουθήσει παράσταση. Είναι Το τραίνο στο Ρουφ επί της Κωνσταντινουπόλεως με ένα αυθεντικό wagon restaurant αλλά χωρίς να με έχει τραβήξει η κουζίνα του και η όχι καλή θέρμανση.

Αυτά τα ολίγα για όποιον ενδιαφερόμενο που θέλει να σουλατσάρει στο Γκαζοχώρι...

16 Οκτ 2010

24 ώρες όμηρος στο κράτος των Εξαρχείων...


Μια ατελείωτη συνεχής "πορεία" μέσα στο "κράτος" των Εξαρχείων. Καφέ Ερώδιος για πρωινό καφέ στην Καλλιδρομίου, Χάρτες για πρωινό Βαλτετσίου και Ζ.Πηγής, Εύμελι για οικολογικά προϊόντα στη Τσαμαδού, Fuga για πρωτότυπα αξεσουάρ στη Θεμιστοκλέους, Κουκούτσι για υπέροχα Tshirts Ασκληπιού και Σκουφά, Κάβουρας για μεσημεριανό σουβλάκι στη Θεμιστοκλέους, Ίντριγκα για σοκολάτα στον ίδιο δρόμο γωνία με Δερβενίων, Floral για λίγο απογευματινό διάβασμα στη Θεμιστοκλέους, Ροζαλία για βράδυ με αμέτρητους μεζέδες αλλά και Γιάντες για οικολογική κουζίνα στη Βαλτετσίου, Blue Fox για Λάτιν χορό και όχι μόνο στην Ασκληπιού, Decadance club στο λόφο του Στρέφη, Άν Club το ιστορικό υπόγειο στη Σολωμού, Mo Better για after στη Κωλέττη, Όστρια για τσάι το επόμενο πρωί προκειμένου να συνέλθω, στη Θεμιστοκλέους, νέο ραντεβού για μεσημεριανό στο Άμα λάχει Μεθώνης και Καλλιδρομίου.

Τελικά είμαι αμετανόητος...

.

10 Οκτ 2010

Ο μικρός έχει κέφια!...

Ένας μικρός στην παρέα μας. Ένας λιλιπούτειος κεφάτος blogger που κάτι μου λέει πως τα θέματα του θα έχουν ενδιαφέρον για όλους μας, μικρούς και μεγάλους. Ίδωμεν...

Περιηγηθείτε στο νεοσύστατο blog: http://www.greenjohn-97.blogspot.com/

4 Οκτ 2010

Τώρα σκάσε και κάνε τον Κινέζο!...

"Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται..."

Ποιός θα το περίμενε πριν από δέκα και πόσο μάλλον πριν είκοσι και πλέον χρόνια, ότι η "δημοκρατικά ελεύθερη" καπιταλιστική Ελλάδα θα εξαρτιόταν οικονομικά από την κομμουνιστική και "κλειστής νοοτροπίας" Κίνα. Το μέλλον θα δείξει την αξία και τα οφέλη αυτού του παράδοξου επιχειρήματος. Ελπίζουμε για καλύτερες ημέρες...

http://www.youtube.com/watch?v=TSCDL3uWtjk&feature=player_embedded

27 Σεπ 2010

21 Σεπ 2010

To νησί...

Όταν πρωτοβγήκε αυτό το βιβλίο, από τον τίτλο και μόνο, μου τράβηξε την προσοχή. Μάλιστα ξεφυλίζοντας το ανάμεσα σε άλλα βιβλία τότε, διέκρινα στοιχεία που δυνάμωσαν την επιθυμία μου να το κάνω δικό μου. Σπιναλόγκα, το παράξενο νησί των λεπρών που είχα δει πολλές φορές από μακρυά και δεν έχω επισκεφθεί, η ιστορία μιας οικογένειας που εξελίχθηκε σε ανθρώπινη τραγωδία, ο τόπος των γεγονότων που είναι η μια από τις ιδιαίτερες μου πατρίδες: η Κρήτη. Παρ' ολη την από καιρό επιθυμία μου κατάφερα να το διαβάσω τελικά, μόλις πριν έναν μήνα, κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών. Το βρήκα τρομερά ανθρώπινο, γεμάτο αλτρουισμό με μια ωραία γραφή από τη Βικτώρια Χίσλοπ που σε ταξιδεύει πραγματικά στο χρόνο και κυρίως σου "ανοίγει" τα μάτια για να δεις και να νοιώσεις πώς είναι να "ζεις" παρέα με τον θάνατο και τί αξίες έχει τελικά η ζωή που εμείς θεωρούμε δεδομένη εσαεί, αλλά συνήθως δεν ξέρουμε να την "ζούμε".

Η ιστορία
Αυτή ξεκινά το 1939 και φτάνει έως και το 2001 και είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που αφορούν στη ζωή των κατοίκων της Πλάκας και της Σπιναλόγκας, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με τη νόσο του Χάνσεν (της λέπρας).
Ο αγώνας των λεπρών της Σπιναλόγκας για επιβίωση και για καλύτερες συνθήκες ζωής, πλέκεται αριστουργηματικά με τον αγώνα των κατοίκων της Πλάκας ενάντια στο κοινωνικό στίγμα, που άφηνε η νόσος, όταν χτυπούσε το μέλος μιας οικογένειας.

Από τη μία αναπαρίσταται η ιστορία των κατοίκων της Πλάκας που πρέπει να κρατήσουν μυστική την ασθένεια, να αντιμετωπίσουν το χαμό των δικών τους ανθρώπων, αλλά και να συνεχίσουν τη ζωή τους για χάρη των παιδιών τους.
Από την άλλη, στην απέναντι όχθη, στην Σπιναλόγκα, οι μελλοθάνατοι Κρητικοί και Αθηναίοι Χανσενικοί, απομονωμένοι και «φυλακισμένοι» πάνω στο νησί, έχουν να αντιμετωπίσουν αρχικά τεράστιες δυσκολίες καθημερινής επιβίωσης, καταφέρνουν ωστόσο να ξεπεράσουν τα προβλήματα, ευημερούν, παντρεύονται και κάνουν παιδιά, καλλιεργούν, κάνουν εμπόριο, συνεχίζουν να δημιουργούν και να ζουν.

Το βιβλίο
Το έργο της Victoria Hislop έγινε παγκόσμιο bestseller με 2.000.000 πωλήσεις εκ των οποίων 185.000 πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Εκδόθηκε στην Αγγλία το 2006, στην Ελλάδα το 2007 καθώς και σε 23 ακόμη χώρες και μέσα σε 4 χρόνια κατάφερε να εκτοξευθεί στις λίστες των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων παγκοσμίως. Οι πωλήσεις του βιβλίου συνεχίζουν με εκπληκτικούς ρυθμούς εντός και εκτός Ελλάδας.

Έχει κυκλοφορήσει επίσης σε: Πολωνία, Σερβία, Ισπανία, Κροατία, Νορβηγία, Ταϊβάν, Γερμανία, Βουλγαρία, Ολλανδία, Σλοβακία, Ιταλία, Ρουμανία, Ρωσία, Κίνα, Σουηδία, Ιαπωνία, Τσεχία, Βραζιλία, Λιθουανία, Τουρκία, Ισραήλ.

Εκδόσεις Διόπτρα, 2007


Ο τόπος
Οι πέτρες και οι βράχοι στα άδεια σπιτάκια κρύβουν και δεν φανερώνουν την κόλαση του χθες, τα μοιρολόγια και τις κραυγές από τους πόνους στο σώμα των εκατοντάδων αρρώστων.
Το νησί βρίσκεται στην Κρήτη, στην περιοχή Μιραμπέλλου του νομού Λασιθίου. Το αρχαίο όνομά του, ήταν Καλυδών, αλλά μετά την κατάληψη του από τους Ενετούς ονομάσθηκε Σπιναλόγκα (Μακρά άκανθα). Άρχισε να οχυρώνεται το 1574 από τους Ενετούς όταν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την Κύπρο και οι Ενετοί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά της Κρήτης. Μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1649 από τους Τούρκους, η Σπιναλόγκα έμεινε ακόμη στα χέρια των Ενετών έως το 1715.

Το νησί κατελήφθη από τους Τούρκους το 1715 και κατοικείτο από Μουσουλμάνους. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε εφ’ όσον το νησί αποτέλεσε κοιτίδα εμπορίου. Μετά το 1898 οι περισσότεροι κάτοικοι εγκατέλειψαν το νησί. Από το 1903 χρησιμοποιήθηκε ως Λεπροκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι πρώτοι 251 λεπροί (Κρητικής καταγωγής), που λόγω αφ΄ενός της αποκρουστικής όψης τους και αφ’ ετέρου της μεταδοτικότητας της ασθένειας πρωτύτερα κατοικούσαν εξορισμένοι και απομονωμένοι από την τοπική κοινωνία , στις απόμακρες παρυφές των πόλεων, σε μέρη τα οποία ονομάζονταν «μεσκηνιές». Οι συνθήκες ήταν σκληρές αν αναλογιστούμε πως δεν υπήρχε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ενώ ο ιός της λέπρας ήταν μεταδοτικός και δεν θεραπευόταν. Μετά το 1913 μεταφέρθηκαν σταδιακά ασθενείς προερχόμενοι από την υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και από άλλες χώρες του εξωτερικού, αυξάνοντας τον αριθμό των ασθενών στους 1000. Η Σπιναλόγκα μετατράπηκε εκείνη την περίοδο σε «Διεθνές Λεπροκομείο».
Αρχικά η ζωή τους ήταν άθλια. Η Σπιναλόγκα είναι μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή για τους νοσούντες, χωρίς ελπίδα. Πολλοί πέθαιναν «ζωντανοί» με φρικτούς πόνους, παραμορφωμένοι και διαμελισμένοι. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, αυτές οι ανθρώπινες ψυχές όχι μόνο δεν το έβαλαν κάτω αλλά ανέπτυξαν μια ιδιόρρυθμη κοινωνικότητα με δικούς τους κανόνες και αξίες. Παντρεύτηκαν μεταξύ τους, (παρ’ όλο που απαγορευόταν λόγω της ασθένειάς τους) και απέκτησαν παιδιά (μερικά από αυτά υγιή). Δημιούργησαν καφενεία, τα οποία εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι. Με ένα μικρό επίδομα που τους έδωσε η Πολιτεία αγόραζαν τα αναγκαία τρόφιμα από ένα μικρό παζάρι που στηνόταν στην είσοδο του νησιού από ντόπιους παραγωγούς οι οποίοι πληρώνονταν με ειδικά απολυμασμένα χρήματα. Όσοι είχαν δυνάμεις καλλιέργησαν κηπευτικά και ασχολήθηκαν με το ψάρεμα.
Η κατάσταση αυτή αρχίζει ν αλλάζει από το 1936, έτος άφιξης στη Σπιναλόγκα του ασθενούς Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, τριτοετούς φοιτητή της Νομικής, ο οποίος ιδρύει την «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας» και αγωνίστηκε τα χρόνια που ακολούθησαν για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών. Ο Ρεμουνδάκης με το κλείσιμο της Σπιναλόγκας το 1957 νοσηλεύτηκε στο Λεπροκομείο της Αγ. Βαρβάρας.
Το 1948 ανακαλύφθηκε στην Αμερική το φάρμακο που θεράπευε τον ιό της λέπρας. Από το 1948 έως το 1957 ο αριθμός των ασθενών της Σπιναλόγκας μειώθηκε δραστικά. Άλλοι ασθενείς θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Άλλοι (20 βαριά ασθενείς) μεταφέρθηκαν στην Αθήνα για παρακολούθηση στο ειδικό Νοσοκομείο, το Λοιμωδών νόσων που βρίσκεται στην Αγ. Βαρβάρα στο Αιγάλεω! Οι υπόλοιποι δεν τα κατάφεραν. Η μοίρα ήταν σκληρή μαζί τους!
Μετά την αναχώρηση των τελευταίων ασθενών από το νησί (1957) το νησί εγκαταλείφθηκε, παρέμεινε ακατοίκητο για αρκετά χρόνια και έτσι σημαντικά ιστορικά στοιχεία χάθηκαν. Τα περισσότερα από τα κτήρια του Λεπροκομείου κατεδαφίστηκαν. Φαίνεται πως οι άνθρωποι δεν ήθελαν να έχουν θλιβερές αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν τους …!!!

Ο 85χρονος Μανώλης Φουντουλάκης, ο άνθρωπος που βασανίστηκε και παραμορφώθηκε στην κόλαση της αρρώστιας, αλλά σώθηκε τελικά, αναπολώντας το παρελθόν θυμάται τον πόνο, τις ατυχίες, τις χαρές και τις λύπες:
Το χτύπημα της αρρώστιας το 1949 σε ηλικία 21 ετών, ενώ υπηρετούσε αστυφύλακας στον Πειραιά. Την ισχυρή θέληση του «Λενιού του» να μείνει μαζί του και να παντρευτούν αψηφώντας την αρρώστια του. Τον γάμο τους στα 31 τους χρόνια, που του έδωσε δύναμη και ζωή να παλέψει αρρώστια και προβλήματα. Την γέννηση της κόρης του το 1955. Την επιδείνωση επικίνδυνα της υγείας του 1973 – 74. Τον θάνατο από την επάρατη νόσο το 1976 της αγαπημένης του Λενιώς. Την περίοδος της ανάταξης της υγείας του αλλά και της οικογενειακής ισορροπίας. Ο ίδιος στη σκληρή περίοδο της δοκιμασίας του ζούσε στην Αθήνα και έκανε θεραπεία στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγ. Βαρβάρας, αλλά με την ιδιότητα του γενικού γραμματέα του συλλόγου χανσενικών είχε μεταβεί στη Σπιναλόγκα, βίωσε την τραγική πραγματικότητα και ενδιαφέρθηκε για την αναβάθμιση των συνθηκών παραμονής και θεραπείας των δυστυχισμένων της Σπιναλόγκας.

Σήμερα η Σπιναλόγκα έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος και κάποια κτήρια αναστηλώνονται. Θεωρείται τουριστικός προορισμός για ημερήσιες εκδρομές και κολύμπι. Τη Σπιναλόγκα επισκέπτονται πάνω από 300.000 άνθρωποι, αριθμός που τη φέρνει στους πέντε πρώτους βυζαντινούς – μεταβυζαντινούς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά κάποια ερείπια, απομεινάρια άλλων εποχών μένουν για να θυμίζουν αυτούς τους ανθρώπους. Το βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ έβαλε ταφόπλακα στην απομόνωση!
Σπάνια σ’ ένα μνημείο η Ιστορία μιλά τόσο εύγλωττα από τα βάθη των αιώνων. Σπάνια ένα μνημείο κουβαλά στα σπλάχνα του τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, των Νεοελλήνων. Αν βρεθείτε στο νησί αναζητείστε αυτά τα ερείπια! Εξερευνείστε τον χώρο και αναλογιστείτε πως σε αυτό το άγονο νησί κάποιες ανθρώπινες ψυχές παρά την αρρώστια τους, παρά την απομόνωσή τους, εξακολούθησαν να εργάζονται, να κοινωνικοποιούνται, δημιούργησαν οικογένειες και τελικά διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους για ένα καλύτερο αύριο γιατί αγαπούσαν την ζωή και είχαν δύναμη…

Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον δρόμο.
Πληροφορίες από το pressgr.

13 Σεπ 2010

Η Επιστροφή!...

Επιστροφή στην μονότονη πραγματικότητα. Επιστροφή στο λουλουδιασμένο μπαλκόνι και το γνώριμο βολικό στρώμα. Επιστροφή στα σκοτεινιασμένα πρωινά και τη βιάση της μέρας. Επιστροφή στα σχολεία και στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Επιστροφή στο κυκλοφοριακό χάος.και τη δουλειά με όλους παρόντες. Επιστροφή στα αγχωμένα Σαββατοκύριακα και τις γκρίζες Δευτέρες. Επιστροφή σε ανεκπλήρωτα όνειρα, νέα σχέδια, καινούριο ξεκίνημα μαζί με άλλη μια δίαιτα. Επιστροφή στην ασκήμια της ημέρας και τη γοητεία της νύχτας. Επιστροφή στην πόλη που αγαπάμε να μισούμε.
Καλώς σε ξαναβρίσκω Αθήνα!...

6 Σεπ 2010

Η άρρωστη πολιτεία...

Ένα ενδιαφέρον βιβλιαράκι διάβασα πρόσφατα, γραμμένο με μια παλιά αλλά καλή "γραφή". Αφορμή γι αυτό υπήρξε το ενδιαφέρον που απέκτησα τελευταία για την αρρώστια της λέπρας μιας και ενώ η ασθένεια θεωρείται άγνωστη στους πολλούς, εν τούτοις υπάρχει σε μεγάλο βαθμό σε αφημένους στην εγκατάλειψη, λαούς φτωχών χωρών.

Το βιβλίο περιγράφει τη ζωή στην Σπιναλόγκα, το νησί των λεπρών. Είναι μια νουβέλλα που η συγγραφέας του Γαλάτεια Καζαντζάκη αποκαλεί "ρομάντζο". Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1914 και αναπτύσσει μια ερωτική ιστορία μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, ενός δασκάλου και μιας περήφανης κοπέλας που απελπισμένα συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να απολαύσει όπως θέλει την χαρά του έρωτα αφού ξέρει το τέλος της. Αυτός ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο νησί επιδρά τα μέγιστα στην ψυχολογία του ατόμου με αναρίθμητα ερωτήματα του πώς, του γιατί και του πότε με κυριώτερη τραγική αίσθηση, την απώλεια του ύψιστου αγαθού της ελευθερίας.

Στο επίμετρο της η Κέλλυ Δασκαλά μας εξιστορεί τον μύθο και την πραγματικότητα που αναπτύχθηκε μέσα από την παγκόσμια λογοτεχνία από την Βίβλο μέχρι σήμερα για την φοβερή ανίατη μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, ασθένεια.

Συνοψίζοντας θέλω να τονίσω τον "δυναμισμό" του κειμένου της Γαλάτειας Καζαντζάκη που σχεδόν έναν αιώνα μετά, σε υποβάλλει σε μια κατάσταση να θέλεις να μάθεις πώς μπορείς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος...

Εκδόσεις: Ελληνικά γράμματα, 2010

1 Σεπ 2010

Ως εκ θαύματος!...

Παρ' ολο που ακούω σχεδόν καθημερινά -εδώ και χρόνια- τον Κωνσταντίνο Τζούμα να καταθέτει εαυτόν και απόψεις μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στον "εν λευκώ", διαβάζοντας το πρώτο αυτοβιογραφικό του βιβλίο, κάπου με ξάφνιασε.
 «...Θα ζήσουμε ξένοιαστα, κοσμοπολίτικα, κομψά, όπως οι ήρωες του Μπουνιουέλ, του Αντονιόνι, του Φελίνι, ίσως λίγο μελαγχολικά αλλά με σουρεάλ χιούμορ και αριστοκρατικότητα...» γράφει ο ιδιόρυθμος ηθοποιός, συνοψίζοντας μέσα σε λίγες λέξεις το πιστεύω του και τη στάση του για τη ζωή. Μια αναδρομή πίσω στον χρόνο στα ωραία του Πειραιά και της Αθήνας με ιμπρεσσιονιστική διάθεση και ανάλαφρη περιγραφή . Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει ενίοτε, με έναν χαριτωμένο κυνισμό τους ανθρώπους  καθόλου αγενή και χωρίς καμμιά κακία γι αυτούς που τον απογοητεύουν. Απεναντίας αποθεώνει τους "πρωταγωνιστές" και τους τολμηρούς της ζωής. Βόλτες, ταξίδια, καφέ, μουσική, αγγλικό free cinema, γαλλική nouvelle vague, λίγο θέατρο, πολύς χορός, ξενύχτια και φάρσες αποτελούν εν ολίγοις μια διαδρομή που μας βάζει να ακολουθήσουμε "παρέα" με τους κεφάτους φίλους της νιότης του. Το ροκ εντ ρολ δινει τον τόνο της ορμητικής δεκαετίας του '60 που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Η τέχνη σε όλες της τις μορφές τον σπρώχνει σε μια ευγενική διάθεση που οδηγεί σε μια αποστασιωμένη και απολιτίκ συμπεριφορά για ότι ασχημαίνει την καθημερινότητα μας. Ο ίδιος μέσα από τις περιγραφές του, μας δείχνει πώς μπορούμε να γυρίζουμε την πλάτη σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από επιθετικότητα και απληστεία, είναι κολλημένο στο παρελθόν και στερείται φαντασίας. Πώς να διεκδικούμε με τις δικές μας δυνάμεις, αυτό που μας αναλογεί, στον κόσμο που ζούμε. Και πως να μάθουμε να νοιώθουμε ευτυχισμένοι με τα πιο μικρά, ασήμαντα και καθημερινά. Η αδυναμία που έχει να περιγράφει λεπτομερώς τα μοδάτα ρούχα της εποχής καθώς και τις διάφορες πολλές ερωτικές σχέσεις που καλλιεργούσε και μάλιστα -όλως περιέργως- πάντα με πανέμορφες υπάρξεις(sic), κάποιους ίσως θα τους ξενίσει διαβλέποντας ίσως μια υπερβολή. Όμως αυτό που βγαίνει μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου είναι μια αίσθηση γλυκειάς συντροφιάς σε ένα ταξίδι που ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του '40 και διαρκεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 και που εύχεσαι να μην τελειώσει σύντομα.
Ευτυχώς όμως το "ταξίδι" συνεχίζεται με το δεύτερο βιβλίο του Τζούμα που ακολουθεί και περιγράφει την συνέχεια της ζωής του στην Αμερική. Ίδωμεν...

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008